Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2014

ο χρόνος του βλέμματος




μετά τα χώματα σιωπής
κρατώ το βλέμμα στους αιώνες
εκείνου που περίμενα χωρίς να ξέρω ότι υπάρχει
κι όλων των άλλων που μου δίδαξαν
αυτό που δεν έχει καταγραφεί, το αόρατο του ονείρου μου
παραμένει το πιο ισχυρό
κι ας μη περιμένει στις διαβάσεις της λογικής
να εξηγηθεί σε κάποιο τροχαίο σεμινάριο επιβίωσης του είδους
κάθε που τολμώ να κοιτάξω στο μέσα άπειρο
αυτό το βλέμμα συναντώ
να μ' οδηγεί σε οροπέδια δύσβατα θνητών αισθημάτων
διατηρώντας την καθημερινή του αθανασία
απαραίτητο υγρό πυρ σε καμβά 
στη νικηφόρα μάχη του χρόνου
καθώς τα λάδια του θα σβήνουν τον ρεαλισμό
διατηρώντας μόνο την ειρωνεία του βλέμματος
αμφισβήτηση μιας γνώσης που με τα χρόνια 
έγινε βεβαιότητα για ν' αντέξει στους μονόδρομους

κι αρκεί μόνο ένα φευγαλέο κοίταγμα για να ανατρέψει 
τους κανόνες
ένα βιαστικό ξεφύλλισμα του βλέμματος για να καούν όλες οι τεχνητές ισορροπίες της Ιστορίας
ένα βλέμμα για να γραφούν απ'την αρχή τα ημερολόγια 

("Μακεδων" λάδι και στόκος σε καμβά του Λάζαρου Πάντου)

Αγγελος Ευθυμιάδης : ΣΕ ΕΙΔΑ


Σε είδα όταν έσκυβες το κεφάλι κάθε φορά που περνούσες δίπλα από ένα νεαρό περαστικό ζευγάρι.
Σε είδα και στο λεωφορείο, τα βλέμματα που έριξες στο κορίτσι , λίγες καρέκλες μπροστά σου, είδα επίσης ότι δεν είχατε πλάτες και κοιταζόσασταν από την αντανάκλαση των τζαμιών
και όταν τα βλέμματα σας συναντιόντουσαν, το τζάμι ράγιζε από ντροπή και εσείς ρίχνατε το φόβο σας στο πάτωμα .
Την είδα τη δειλία σας.
Τον είδα να αγαπάει όλο το κόσμο
και ο δικός του κόσμος τόσο φωτεινός που δε το ξέρει,
τόσο όμορφος που το αγνοεί,
τόσο αφελής να μην το καταλαβαίνει.
Τον είδα να φτιάχνει καφέ όταν ξυπνάει, να πλένεται, να κοιτιέται και να καταριέται που και σήμερα ξύπνησε.
Τον είδα με της φλέβες του σκουριασμένες
Τον είδα και στη ανάρρωση.
Τον είδα 35 χρονών να μένει με τους γονείς του στο σπίτι και να μην έχει δει γυμνό γυναικείο σώμα για χρόνια.
Τον είδα να στέκεται στα πόδια του και η μέρα πλέον ήταν μια απόλαυση,
μετά τον είδα με τις κόρες του ελάχιστες και πάντα να υπάρχει λόγος σε κάθε υποτροπή.
τον είδα, τους είδα, με είδα.

Τον είδα να χτυπάει και να σκοτώνει, τον είδα χωρίς ενοχές, τον είδα ατιμώρητο, τον είδα σε δωμάτια να βασανίζει.
Τον είδα με αίμα και τιμή να μαχαιρώνει με ένα απαίσιο ολοκληρωμένο μίσος.
Τον είδα να ρουφιανεύει για λίγα τσιγάρα.
Τον είδα κυρίως στη Θεσσαλονίκη, να προφέρει το λάμδα όπως πρέπει.
Τον είδα «ιδανικό και ανάξιο εραστή», τον είδα νεαρό ομοφυλόφιλο μα και κρυπτικο, να κοιτάει τους λάτρες της προκατάληψης με φόβο και την ερωτική του ζωή ανελεύθερη.
Τον είδα να οδηγεί μεθυσμένο και σίγουρο.
Τον είδα με ένα χέρι, με ένα πόδι, τον είδα σε καροτσάκι να ονειρεύεται τη ζωή με άλλο περπάτημα.
Τον είδα να πίνει όσο χρειάζεται
και αυτό το “όσο” τόσο εύστοχο, χωρίς κανόνα
και αυτό το “χρειάζεται” τόσο φανταστικό να το πιστεύει.
Την είδα να έχει στα μάτια τις θάλασσες και με ταξίδευε σαν το καράβι
και έλεγε θα « σ’ αγαπώ με τα καλοκαίρια».
Τον είδα να λέει ότι τα αστέρια δεν αξίζουν τόσο βλέμματα,
ότι ο ουρανός είναι ψεύτικος
και ο έρωτας τίποτα το σημαντικό.
Τον είδα να μετράει τα σκαλιά , μαντεύοντας πάντα  ότι τελειώνουν σε ζυγό αριθμό
και όταν περπατάει να πατάει τα πόδια του στα κενά από τα πλακάκια,
σας είδα που τον είπατε ψυχαναγκαστικό και όχι μόνο.
Τον είδα καινούργιο, έτοιμο για τα σκατά και για το μέλι που θα γευτεί,
έτοιμο να δει πιο καθαρά όλα όσα δεν είχε δει,
ζώντας και όχι αργοπεθαίνοντας
Τον είδα να κόβεται η ανάσα του κάθε φορά που άρθρωνε το σ’αγαπώ.
Τον είδα να σου λέει «χάρηκα» με βλέμμα διαρκώς εξασκούμενο σε γυμναστικές επιδόσεις αληθοφάνειας
και το τύλιγμα του χεριού του στη χειραψία άψογα προπονημένο στο σφίξιμο
τον είδα, τους είδαμε, μας είδανε, με είδα.
Αγγελος Ευθυμιάδης
πρώτη δημοσίευση περιοδικό ΕΝΤΕΥΚΤΗΡΙΟ 

τυμβωρύχοι


Θα υπάρχουν πάντα οι άνθρωποι που θα είναι έτοιμοι για την αγάπη κι οι άλλοι, που θα βασανίζονται μέχρι το τέλος να χτίσουν ένα τείχος δυστυχίας, για να μη πληγωθούν ξανά, αγνοώντας  πως μόνο έτσι μαθαίνουν να κατανοούν, δεν μπορείς να κάνεις τίποτε, ούτε για τους πρώτους, ούτε για τους δεύτερους, μπορείς απλά να τους δείξεις τον δρόμο κι αυτοί να μείνουν η να φύγουν. Όλα είναι επιλογές, άλλοι είναι έτοιμοι κι άλλοι δεν θα είναι ποτέ. 
Να αποφεύγετε τους ανθρώπους των λέξεων, είναι ο τρόπος τους να παραμένουν στη σιωπή, με άλλα κριτήρια επικοινωνούν, άλλα κοιτούν, άλλα προσέχουν, όχι του κόσμου τούτου. Αδέξια προσπαθούν να έρθουν σε επαφή,  τα κοινά να εντοπίσουν μήπως κι επικοινωνήσουν. Άλλα είναι άνθρωποι της σιωπής, μην υποκύπτετε στην πρόσκαιρη γοητεία τους, σκοτώνει. 
Μιας σιωπής που έφτασε μετά από μεγάλους πόνους, σκληρούς αποχαιρετισμούς, αναχωρήσεις απρόσμενες και χωρισμούς οδυνηρούς.  Οι λέξεις τους είναι το βάλσαμο στη δική τους πληγή, σπανιότερα γιατρεύουν κι άλλους. Όμως μόνο έτσι μπορούν πια να κοιμούνται το βράδυ, μόνο έτσι να ξυπνούν το πρωί. Γιατί όλοι μιλούν γι΄αγαπη. Ποιος την αντέχει είναι το θέμα, και τι κάνει ο καθένας γι΄ αυτήν. Οι άνθρωποι των λέξεων είναι η υπενθύμιση του κοινού μας  θανάτου της κοινής μας κατάληξης, μόνο που άλλοι κάτι θέλουν να κάνουν στον ενδιάμεσο χρόνο κι άλλοι απλά να ξεχαστούν στις αδυναμίες τους.   
Οι άνθρωποι των λέξεων κάτι προσπαθούν, μια παρηγοριά να γίνουν στον ενδιάμεσο χρόνο, άλλοι σώζονται, άλλοι σώζουν, όμως στο συναξαρισμα, σπάνια συναντας αγίους των λέξεων, είναι κι ο τρόπος της ζωής αυτός που οι λιθοβολισμοί και τα βασανιστήρια, οι αποκεφαλισμοί και οι σταυρώσεις γίνανε θέαμα για την πορνογραφική διάθεση των θεατών. Πως ν' αγιάσεις...
Γι΄αυτο αν συναντήσετε ανθρώπους των λέξεων τυχαία στη ζωή, προσπεράστε τους. Ίσως ν' αγιασουν μόνοι τους, σε μια σπηλιά του νου, από ασιτία της ψυχής και ερημία αγάπης. Προσπεράστε τους, δεν σας ζητούν οίκτο ούτε κατανόηση, την αδιαφορία σας, ζητούν. Όταν μετά από αιώνες οι αρχαιολόγοι βρουν τα απομεινάρια μας, το ίδιο θα τσακώνονται αν τα δάκτυλα στ'αγαλματα είναι Ελληνικού η Ρωμαϊκού ρυθμού, κανένας δε θα σκεφτεί ποιος από μας αγάπησε.  Έτσι εσείς να είστε απ' αυτούς που απλά θα αφεθούν να ξεχαστούν, πιστεύοντας  με αποδοχές και ρεαλισμό, ότι ζήσατε τη σύντομη ζωή σας. Όλα τα άλλα αφήστε τα στην αρχαιολογία του μέλλοντος, να αποφανθεί αν είχαν κάποια σπουδαιότητα. 


Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

ήρεμα


έτσι ήρεμα σαν θάνατος γίνεται ο αποχαιρετισμός, χωρις μεγάλα λόγια, χωρις δράματα, ήρεμα ειρηνικά και ανεπαίσθητα, για να απορροφηθούν οι κραδασμοί του στην σιωπή που θα ακολουθήσει, 
χωρίς ευθύνες και λόγια περιττά , δίχως κατηγορίες, σαν όλα να έχουν ειπωθεί από τα πριν, ίσως χρειαστούν μια δυο υποσχέσεις, έτσι για μια αμυδρή ελπίδα οτι τίποτε πραγματικά δεν τελειώνει, κι ας έχει συμβεί πριν τις αποφάσεις , κατά τα άλλα ήρεμα, σα θάνατος , ήρεμα να ακολουθήσει το πένθος που πάντα είναι ιδιωτικό, δεν αφορά κανέναν, ήρεμα . αυτό. 

Τετάρτη 17 Σεπτεμβρίου 2014

ενας δεν τον ξέρεις


αθόρυβα εισέρχομαι στη αίθουσα με μυστικές κινήσεις ξέροντας πως κάθε απροσεξία μου θα πληρωθεί με ένα θερμό χαιρετισμό σου και μόλις η τελετή τελειώνει και τα φώτα σβήσουν και το σκοτάδι απλώσει την οικειότητα του , εγώ ο ξένος,  θα αναχωρήσω όπως ήρθα, μαζί μου θα κρατώ μια εικόνα του Πάρη που μου την πέταξε κρυφά , σαν μήλο που δε δάγκωσα, αρτιμελής κι αγνός να παραμείνω μακράν των πειρασμών και των υποσχέσεων στον τέλειο κόσμο μου μέχρι που οι μηχανές θα πάρουν μπρος κι η αποσυμπίεση δώσει τη θέση της σε ένα δάκρυ που κράταγα για ώρες. 


photo by Paris Chatzikyriakos 

Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

βραδινό δέμα



Πήρα το δέμα με τα δώρα
την κάρτα διάβασα
τις λέξεις κράτησα
τον γραφικό της χαρακτήρα

βιαστικό
κι ευχάριστο
με μια αισιοδοξία στα σίγμα

χαμογελαστός άνθρωπος το έγραψε
σκανταλιάρικο παιδί

Τα δώρα τα άφησα
ήταν σταλμένα σε άλλη στιγμή
με άλλη συναισθηματική πρόθεση
κι αξία

Τις  λέξεις  

Αυτές κράτησα
και μετά
στις παύσεις έπεσα
στα κενά διαστήματα
την απομάκρυνση να μετρήσω
μήπως  σε σώσω
μήπως  σωθώ

από τις λέξεις που κράτησα για φυλακτό
κι αυτές μου χάρισαν
έναν λυτρωτικό
και  απροσδόκητο πνιγμό





Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2014

με σχήμα αστεριού






απομακρύνεσαι
εισαι εκεί δηλώνεις "παρών" κι απομακρύνεσαι, 
σκύβω μαζεύω ότι απέμεινε, 
παράξενο... 
ένα χρυσόχαρτο τσαλακωμένο είναι, 
που κάποτε ήταν αστέρι. 

σκουπίζω τα χώματα, 
τα σημάδια από τις πατημασιές της αγάπης, 
το βάζω στη τσέπη, 
μια μέρα που ο ήλιος αργεί να βγει, 
μετά από μια νύχτα με αναπάντητες συνομιλίες εγωισμών. 
κι όμως 
είναι που εγώ περιμένω την αναπνοή σου 
για να βεβαιωθώ ότι θα σε πνίξω στις σωστές θερμοκρασίες της ανάγκης 
κι εσύ τη σκληρότητα των λέξεων μου 
κι αυτό να είναι  το καύσιμο για τη μηχανή της απομάκρυνσης σου. 
κι όλη η σκηνή να έχει μια μουσική. 
απαραίτητα μια μουσική . 
μόνο έτσι θα αντέξουμε χωρίς μαντήλια 
να χαιρετιόμαστε 
ξανά 
και ξανά 
μέχρι να απομακρυνθούμε εντελώς από το τοπίο. 
αφήνοντας 
τα τσαλακωμένα χάρτινα χρυσόχαρτα αστέρια μας 
για τους επόμενους.




photo by Stratos Kalafatis