Πέμπτη, 26 Φεβρουαρίου 2015

μικρή ιστορία αγάπης


τρείς νύχτες με την σκέψη του  δ. 

υπάρχουν άνθρωποι που φοβούνται τον πόνο
και ξεχνούν να ζήσουν
κι άλλοι που έχουν τον πόνο παράσημο μιας ιδιωτικής ανδρείας
σήμερα γνώρισα ένα τέτοιο άτομο
κι ενώ ήθελα να τραπώ σε φυγή από το όμοιο απέναντι μου
κάθισα και φανέρωσα τις δικές μου πληγές
κάθε που μου έδειχνε μια δική του
κι έτσι από πόνο σε πόνο κι από πληγή σε πληγή
ένιωσα ξαφνικά λιγότερο μόνος

ο


Έτσι γίνεται συνήθως ο ένας σκέφτεται τον άλλον λίγο πιο πολύ αρκεί να γίνει εγκαίρως η διάγνωσις να μην αφεθείς και περιμένεις αλλά στο χειρουργείο έτοιμος να μπεις τα πρώτα αισθήματα σα κακοήθεις όγκους ν' αποβάλλεις τον πόνο να γλυτώσεις μετά
μετά πάντα είναι αργά ο ιός εγκαθίσταται κι αρχίζουν οι επιπλοκές "σου είπα", "μου είπες", "υποσχέθηκες", "περίμενα"
νωρίς να ξεκαθαρίζονται αυτά ειν' ακριβά τα νοσήλια κι ο χρόνος λίγος
κι είναι πανάκριβες οι ώρες που περιμένεις μια απόκριση
καθώς νυχτώνει πάλι...

o

θα παρατηρώ από μακριά
θα βάζω λέξεις πετραδάκια για τον δρόμο
μη χαθώ, μη χαθείς
ίσως στην προτελευταία σελίδα του παραμυθιού συναντηθούμε
εσύ πίσω από το τζάμι
κι εγώ στο δρόμο να περιμένω
την άνοιξη
της τελευταίας σελίδας του βιβλίου
ξέρεις, εκεί που πάντα γράφει
τέλος

o
υπάρχει πάντα ένα κομμάτι μοναξιάς σε όλα τα κρεβάτια που κοιμούνται άνθρωποι, 
φόρος τιμής σε όσους ξάγρυπνουν


ο


ήθελα απλά να είμαι ανεξίτηλος στην ούγια της ζωής σου
μα ξέβαψα στο πρώτο σου ταξίδι
με σιωπή  άκουσα τις νέες νυκτερινές  κατακτήσεις σου
έτσι με αποκαθήλωσες χωρίς να με σταυρώσεις
κι εγώ που για Γολγοθά πάντα θα έχω την αγάπη
σε αποχαιρέτησα μ' ένα βουβό αντίο
που  κανείς δεν  άκουσε

κι έτσι αυτή η μικρή ερωτική ιστορία
τελείωσε πριν της δοθεί ο χρόνος να αρχίσει 




Το αγόρι που εξαφανίστηκε



Το αγόρι που εξαφανίστηκε
δεν άφησε ίχνη στα κρεοπωλεία
δεν χάρισε τη σκωταριά του στις αγορές
λίγη ησυχία διάλεξε
γιατί ο θόρυβος είχε πολλή αδιαφορία
κι ο κόσμος πολλή σιωπή

Το αγόρι που εξαφανίστηκε
φανέρωσε τις άδειες ζωές μας
τη  ψεύτικη συμπόνια μας
την διακριτική μας απόσταση
σε οτιδήποτε πονάει όταν το λες

Το αγόρι που εξαφανίστηκε
αποξήρανε τις λίμνες
και φάνηκαν οι αρχαίες πέτρες στο νερό
ενός λιθοβολισμού που αιώνες τώρα συνεχίζεται



Παρασκευή, 20 Φεβρουαρίου 2015

τρελή βραδιά καρναβαλιού



πάντα οι νύχτες καρναβαλιού
περιέχουν μια μελαγχολία
είναι μια δημόσια υπενθύμιση
αυτού που δεν υπήρξαμε κι ούτε θα γίνουμε ποτέ
είναι η μόνη περίοδος που σταματώ τα χαμόγελα
τα λόγια με τον κόσμο
είναι ο αόρατος περίπατος μου
σε πόλεις και δρόμους
καθώς μεγαλώνουν τα μάτια μου, τα αφτιά μου γίνονται τεράστια
και η καρδιά μου χίλια κομμάτια κομφετί
γι΄ όσα μπορούσα να διορθώσω
και τα άφησα να μένουν χαλασμένα
κάθε βραδιά καρναβαλιού
γίνομαι αυτό που φοβάμαι
ένας τερατώδης μαστροχαλαστής
χωρίς μια μάσκα συναισθήματος μιάς χρήσης πλαστική
για προστασία 

Πέμπτη, 19 Φεβρουαρίου 2015

σκηνή από ταινία


σκηνή από ταινία
στην Πία
η αναμονή είναι το νέο πένθος
ότι με προσοχή είχες μαζέψει
στη Λίμνη τα πετάς
σε κάδους ανακύκλωσης
να χάνονται
τα βλέπεις
σε λέξεις που επιπλέουν
αφού ειπώθηκαν
συνήθως υπήρξαν αρκετές
πριν σταδιακά
επέλθει η σιωπή
που ακολουθεί
την αναχώρηση
ούτε ονόματα σε λίγο
ούτε σκιά αισθήματος
μόνο νερό, 
υγρασία
και μια μνήμη κενή
να μετρά τη θερμοκρασία βυθού


photos by : Andrea Palmucci

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Ω! Οι Ευτυχισμένες Μέρες... (απόσπασμα)

Σοφία Φιλιππίδου 

"Ω, θα μου μιλήσει σήμερα, 

 Ω, 
Η ωραία μέρα που θα ’ρθει. 
Ακόμα μία! 
Έλα, λοιπόν, τι έλεγα; Α, ναι τα μαλλιά μου, πιο ύστερα, κάτι θα ’χω να κάνω πιο ύστερα. 
Έβαλα ναι, έβαλα το καπέλο μου δεν μπορώ να το βγάλω τώρα.
Να σκεφτεί κανείς πως υπάρχουν στιγμές που δεν μπορεί να βγάλει το καπέλο του, έστω κι αν απ’ αυτό εξαρτάται η ζωή του. Είναι στιγμές που δεν μπορείς να το βάλεις, άλλες στιγμές που δεν μπορείς να το βγάλεις. Πόσες φορές είπα, Βάλε το καπέλο σου τώρα, δεν έχεις άλλο να κάνεις αλλά αυτό, Βγάλε το καπέλο σου τώρα, σαν ένα καλό παιδι, αυτό θα σου κάνει καλό, και δεν το έκανα,
Δεν το μπορούσα. Χρυσαφένια, τα είπες εκείνη την ημέρα, όταν επιτέλους είχαμε μείνει μόνοι, χρυσαφένια μαλλιά
στα χρυσαφένια σου μαλλιά…
να μπορούσαν ποτέ…
ποτέ…
Εκείνη την ημέρα.
Ποια μέρα;
Τώρα τι;
Οι λέξεις σ’ εγκαταλείπουν. Υπάρχουν στιγμές που ακόμα κ’ οι λέξεις σ’ εγκαταλείπουν.
Δεν είν’ αλήθεια, ότι ακόμα κ’ οι λέξεις σ’ εγκαταλείπουν, μερικές φορές;
Τι πρέπει λοιπόν να κάνει κανείς ώσπου να ξανάρθουν; Να χτενιστεί, αν δεν τόχει κάνει, ή αν υπάρχει αμφιβολία, να λιμάρει τα νύχια του, αν έχουν ανάγκη από λιμάρισμα, έτσι θα μπορεί να περιμένει ώσπου νά' ρθουν.
Αυτό είναι που θέλω να πω.
Αυτό είν’ όλο που θέλω να πω.
Αυτό που βρίσκω τόσο υπέροχο, που δεν περνά μέρα – για να μιλήσω στο παλιό στυλ! - σχεδόν καμιά, χωρίς λίγο πόνο...
για μια μικρή ευχαρίστηση.
Έμπα μέσα στην τρύπα σου τώρα, έχεις αρκετά ψηθεί. Κάνε όπως σου λέω, μη μένεις φυτεμένος εκεί, κάτω απ’ αυτόν τον φοβερό ήλιο, έμπα μέσα στην τρύπα σου. Πριν είναι αργά!
Όχι πρώτα το κεφάλι, κουτέ, πώς θα γυρίσεις μετά; Αυτό είναι… στροφή… τώρα… πίσω πάλι.
Καταλαβαίνω να σύρεσαι προς τα πίσω δεν είναι εύκολο, αλλά αμοίβεται κανείς για τον κόπο του στο τέλος.
Άφησες έξω την κρέμα σου!
Το καπάκι!
Όχι πρώτα το κεφάλι, σου λέω.
Πιο δεξιά.
Δεξιά, σου λέω.
Χαμηλά !
Τώρα!
Αυτό ήταν!

Μπορείς να μ’ ακούς από κει;
Σε ικετεύω,
μόνον ναι ή όχι,
μπορείς να μ’ ακούς από κει;
Μόνον ναι ή όχι."
(Παύση) 



με αφορμή την παράσταση :
Σάμουελ Μπέκετ : " Ω! Οι Ευτυχισμένες Μέρες" 

ΜΙΚΡΟ REX - ΣKHNH «ΚΑΤΙΝΑ ΠΑΞΙΝΟY» απο 18 Φεβρουαρίου 

[Μετάφραση:  Σοφία Φιλιππίδου
  • Σκηνοθεσία: Γιώργος Μανιώτης
  • Σκηνικά- Κοστούμια: Θάλεια Ιστικοπούλου
  • Μουσική επεξεργασία  : Θοδωρής Οικονόμου
  • Φωτισμοί : Σάκης Μπιρμπίλης
  • Βίντεο  : Γρηγόρης Ρέντης
  • Βοηθός σκηνοθέτη : Γιάννης Γούνας
  • ΓουίννυΣοφία Φιλιππίδου
  • Γουίλλυ : Γιάννης Γούνας ]

Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου 2015

Γιώργος Ιωάννου 30 χρόνια ...

 

 "Μετά την απόλυση βρήκα δουλειά σ' ένα ιδιωτικό σχολείο στο Γιδά. Έτυχα ακριβώς πάνω στην εποχή, που κάτι φοβεροί δάσκαλοι άλλαζαν με ιερό ζήλο το όνομα του χωριού από Γιδά σε Αλεξάνδρεια. Ήταν όλοι τους από χωριά, οι δικοί τους ακόμα εκεί ζούσαν, μα αυτούς τους ενοχλούσαν πολύ τα γίδια. Δεν μπορούσαν ν' ακούν ή να λένε "Γιδά". Παίζοντας τάβλι ή χαρτιά στο καφενείο, διέκοπταν κάθε τόσο την παρτίδα, για να οραματιστούν τις συνέπειες της αλλαγής. 
  Το παλιό Ρουμλούκι όπου τόσοι μακεδονομάχοι είχαν σαπίσει πολεμώντας στους βάλτους του, έπαιρνε τώρα ένα ευγενικό κοσμοπολίτικο χρώμα. Γρήγορα κατάλαβα με τι είχα να κάνω και διέκοψα κάθε επαφή. Χίλιες φορές καλύτερα μόνος. Νοίκιασα δωμάτιο μέσα σε μια πολυμελή οικογένεια. Ήταν ιδιαίτερα σκληροί άνθρωποι, αλλά αυτό δεν με ένοιαζε. Ούτε έναν καφέ δεν με κέρασαν τόσους μήνες. Το μεσημέρι μετά το εστιατόριο, έπαιρνα την εφημερίδα, λίγο τυρί και ψωμί και κλεινόμουν μέσα στο δωμάτιο μου μέχρι την άλλη μέρα. Είχα κουβαλήσει πολλά βιβλία - δανεικά, βέβαια - έγραφα πράγματα δικά μου, κι ετοιμαζόμουν για το σχολείο με κάθε επιμέλεια. Ήμουν ευτυχισμένος όσο ποτέ. Επειδή το φως της ηλεκτρομηχανής τρεμούλιαζε, κι εκτός αυτού γκρίνιαζε η απαίσια νοικοκυρά μου πως καίω πολύ φως, ενώ οι προηγούμενοι νοικάρηδες δεν έκαιγαν σχεδόν καθόλου, παρά μόνο όσο να γδυθούν και να πέσουν, αγόρασα μια μεγάλη γκαζόλαμπα και κατάργησα το πανάθλιο ηλεκτρικό.Τους νοικοκυραίους μου τους έβλεπα, μόνο όταν πήγαινα στο αποχωρητήριο ή στην κουζίνα για νερό και διέσχιζα την κοινή σάλα. 
  Σύρριζα στο αποχωρητήριο ήταν μια θαυμάσια ροδιά, φορτωμένη λαμπρούς καρπούς. Την έτρεψε πλουσιοπάροχα το άφθονο λίπασμα. "Αυτή είναι η συνετή ροδιά", έλεγα, "κι όχι εκείνη η τρελή του Ελύτη". Φωτιά δεν έβαλα στο δωμάτιο μου κι όταν αργότερα, μετά τις πλημμύρες, έπιασε ο χειμώνας και στα τζάμια σχηματίστηκαν παγωμένα κλαδιά, που δεν έλεγαν να φύγουν, εγώ διάβαζα ως πολύ αργά κουκουλωμένος με το πάπλωμα κι ήμουν μες στη χαρά μου, ακούοντας τον αέρα να βουίζει βαθιά. 
   Τα λαμπρά πρωινά, καθώς πήγαινα στο σχολείο πατώντας προσεχτικά με τις μπότες πάνω στο απαλό χιόνι και προσέχοντας να μην ξεφύγω απτό δρόμο και πατήσω πάνω στα χωράφια, όπου ήταν καθισμένα τα τσομπανόσκυλα, που παρατηρούσαν με σχολαστικότητα τις κινήσεις μου, έβλεπα τα παιδιά, τους μαθητές μου, να καταφτάνουν παρέες παρέες απτά γειτονικά χωριά με τις τσάντες στο ένα χέρι και χοντρά ξύλα στο άλλο. Τα ξύλα τα είχαν για να μην τους επιτεθούν στο δρόμο λύκοι. Τα παιδιά ήταν πάντα γελαστά, με κατακόκκινα μάγουλα και κάτασπρα δόντια. Με περικύκλωναν και βαδίζαμε όλοι μαζί προς το σχολείο, αναστατώνοντας το χιόνι. Ήμουν πολύ νεαρός, μόνο απτή γραβάτα ξεχώριζα απ τους πιο μεγάλους, και το' χα καημό. "Αυτό δεν είναι δουλειά, είναι πανηγύρι", συλλογιζόμουν. "Μέσα σ' αυτό το θαύμα θα ζήσω, θεέ μου;", έλεγα. Καθώς ανέβαινα στην έδρα, που ήταν ψηλή σαν καμήλα, έριχνα μια ματιά απ' τά παράθυρα στην πίσω μεριά του κτιρίου. Αγριόχηνες, αγριόπαπιες και μυριάδες μαυροπούλια προσγειώνονταν ή σηκώνονταν στην περιοχή του Βάλτου. Πού και πού ακούγονταν τα τουφέκια των κυνηγών." 


Από το πεζογράφημα "Μια μικρή επέτειος".

Διρός

Διρός 2015




"Μια διπλή αδιατάρακτη ταφή νεαρών ενηλίκων, άνδρα και γυναίκας, σε στάση εναγκαλισμού, καθώς και μια δεύτερη διπλή αδιατάρακτη ταφή νεαρών ενηλίκων, άνδρα και γυναίκας, σε εξαιρετικά συνεσταλμένη στάση σε συνάφεια με σπασμένες αιχμές βελών αποτελούν δυο από τα σημαντικότερα ευρήματα της ανασκαφής στη θέση «Ξαγκουνάκι» στον περιβάλλοντα χώρο του σπηλαίου Αλεπότρυπα, που εντάσσεται στο πενταετές Ανασκαφικό και Μελετητικό έργο Διρού." Αρχαιολογική Υπηρεσία 



έρωτας είναι
να σε βρίσκουν οι αρχαιολόγοι του Μέλλοντος
αγκαλιασμένο στον Διρό
με το σώμα που τόσο πόθησες
ώστε να θες στην αγκαλιά του
να μείνεις αιώνια

κάποιες φορές αυτό το επιπόλαιο "για πάντα"
των ερωτευμένων
υπάρχει για να επιβεβαιώνεται η εξαίρεση του κανόνα
στο σύμπαντα χρόνο

μόνο που εσύ δεν θα ζεις
να το χαρείς
με την καύλα που του πρέπει


θα είσαι όμως η ανομολόγητη
φαντασιώση
σε εφηβικά δωμάτια
λίγο πριν την καταστροφή της ωριμότητας

Κυριακή, 1 Φεβρουαρίου 2015

Γιάννης Τσαρούχης & Ευρώπη



«Η φοβερή αυτή τάξις που ονομάζεται αστική, δυνατή σαν τις κάμπιες, δικτατορεύει την Ελλάδα πάνω από έναν αιώνα. Βιάζει το ρυθμό της Ελλάδος με το ανισόρροπο ιδανικό, «εφάμιλλο των ευρωπαϊκών». Αλλά το ευρωπαϊκό έχει δύο όψεις. Είναι η Ευρώπη των Σταυροφόρων, των εγκλημάτων, και των αδίστακτων κακοποιών, των πριγκίπων της γενοκτονίας. Και από την άλλη η Ευρώπη του πνεύματος, η φιλόστοργος  συντηρήτρια όλων των παλαιών και των παραδόσεων που ενστερνίστηκε και διαιωνίζει, υπερβάλλοντας κατά πολύ την παράδοση των Πτολεμαίων, που συντηρούσαν και ταρίχευαν το αρχαίο ελληνικό πνεύμα.
    Και της μεν κακοποιού Ευρώπης είμαστε ταπεινοί συνεργάτες και επαίσχυντοι πράκτορες-σπάνια συνεταίροι επί  ίσοις  όροις. Της δε ευγενούς Ευρώπης, που δημιουργεί βασιζόμενη σε κάτι παλαιό, οι καλύτεροι πνευματικοί  Έλληνες είναι αντάξιοι και λαμπεροί μαθηταί, ισάξιοι και καλύτεροι της καθαυτό Ευρώπης – Ευρώπη, αν αυτός ο όρος έχει κάποιο νόημα.
    Αυτοί που κατατρώγονται για το εφάμιλλο της Ευρώπης είναι ανθρωπάρια υποτελή στους πράκτορες. Οι άλλοι, οι αληθινοί Ευρωπαίοι, είναι καταδιωκόμενοι και περιφρονημένοι από τους κυριαρχούντες πράκτορες και τα ανθρωπάρια τους.
    Αυτοί οι καταδιωκόμενοι  μας ενώνουν με την αληθινή Ευρώπη, αλλά είναι οι πιο αγνοημένοι, και από την Ευρώπη και από τους Γραικύλους.  Οι άνθρωποι που ενώθηκαν με τις ρίζες ήρθαν σε επαφή  με ότι αγαθό και μεγάλο είχε η Ευρώπη, αλλά ήσαν άνθρωποι δυνατοί, ηθικοί και προικισμένοι.  Αυτοί οι Ελληνες Ευρωπαίοι δεν είναι μόνο εφάμιλλοι των Ευρωπαίων, όπως τους φαντάζεται το ανθρωπάκι, ο φίλος του χαφιέ, που από την Ευρώπη ξέρει το café και τα μεγάλα μαγαζιά, αλλά είναι αληθινοί Ευρωπαίοι, σε επαφή με τους μεγάλους συναδέλφους τους.»  
ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ