Κυριακή, 29 Νοεμβρίου 2015

Κυριάκος Γιαλένιος "Μόνο τα νεκρά ψάρια ακολουθούν το ρεύμα"


Στην δεύτερη λογοτεχνική του δουλειά με τίτλο « Μόνο τα νεκρά ψάρια ακολουθούν το ρεύμα» ο Κυριάκος Γιαλένιος, σχολιάζει με δομή θρίλερ  και έναν γρήγορο κινηματογραφικό ρυθμό περιγραφής, τη σημερινή κατάσταση, με ήρωες ανθρώπους φαινομενικά άσχετους, που αν και τους τοποθετεί σε μη συγκεκριμένο τόπο, είναι εμφανώς αναγνωρίσιμος, αναζητώντας, με συνεχείς ανατροπές στην πλοκή, πικρό σαρκασμό κι έναν νουάρ νοσταλγικό συναισθηματισμό, μια εξήγηση για όλα αυτά τα γεγονότα που απασχόλησαν τα τελευταία χρόνια την επικαιρότητα, δίνοντας μια έξυπνη όσο και απρόβλεπτη δική του εξήγηση.  O Γιαλένιος είναι ανελέητα χειρουργικός και ταυτόχρονα σαν καλός γνώστης της σύγχρονης παγκόσμιας λογοτεχνίας, επίκαιρος και συναισθηματικά εξονυχιστικός. Πλάθει το σύμπαν του επιλέγοντας υλικά αναγνωρίσιμα όχι όμως με τα στενά τοπικά όρια, αυτό καθιστά το έργο του αυτομάτως παγκόσμιο, πράγμα αρκετά σπάνιο για τους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς.  Το μυθιστόρημα του είναι συναρπαστικό και δίκαια τον καλωσορίζει στους πιο  ενδιαφέροντες νέους δημιουργούς που αναμένω με αισιοδοξία το επόμενο βιβλίο του.

Ουσιαστικά ο Κυριάκος Γιαλένιος γράφει ποίηση, μόνο που ως μανιακός αναγνώστης λογοτεχνίας αποφάσισε να την επεξηγήσει ταυτόχρονα. Γράφει δηλαδή ποίηση με επεξηγήσεις δημιουργώντας ένα νέο είδος αποσυντονίζοντας τους μαλθακούς. Δεν του αρκεί όμως αυτό. Γράφει μια ποίηση που τη μοντάρει, όχι με λογοτεχνικούς όρους ώστε να διευκολύνει και κανέναν μελετητή η κάποιον υποψήφιο διδάκτορα λογοτεχνίας στο μεταπτυχιακό του, το κάνει ακόμη πιο δύσκολο, μοντάρει με κινηματογραφική δομή τις σημειώσεις του - η τέλος πάντων αυτό που μέχρι χθες ονομάζαμε μυθιστόρημα- ώστε ο αναγνώστης του, που είναι φύσει περίεργος, να φτάνει στην σελίδα 345 με την ψυχή στο στόμα, ανίκανος να το αφήσει από τα χέρια του, με μια διάθεση σχεδόν κινκυ, στήνει τον ιστό του στα θύματα -αναγνώστες, καθιστώντας τη σχέση πιο διαδραστική. Ξέρετε αυτές οι σχέσεις που μας βασανίζουν με τα ατέλειωτα ερωτηματικά της ανασφάλειας και ταυτόχρονα περιμένουμε νύχτες ολόκληρες, άυπνοι ένα τηλεφώνημα τους. Αυτό τώρα σε βιβλίο. Καταλαβαίνετε. Καταλαβαίνετε.  ότι είμαστε μπροστά σε έναν προβοκάτορα που μας ζητά την απόλυτη υποταγή μας.
Και το χειρότερο είναι ότι την έχει. Γιατί είναι μάστορας σε όλο αυτό. Ξέρει πότε θα μας ιντριγκάρει, πότε θα μας αφήσει λίγο λάσκα. Πότε θα κάνει χιούμορ, πότε θα μας υποσχεθεί, πότε θα μας σαρκάσει, πότε θα μας καυλώσει,  ώστε αθώοι εμείς να πέφτουμε σαν τα κοτόπουλα στις επεξηγήσεις του βασικού του ποιήματος.
Ο Κυριάκος Γιαλένιος αυτός ο απλός υπάλληλος του βιβλιοπωλείου, μας βάζει τα γυαλιά. Στην πηγή του εσωτερικού μονολόγου στην «ωοο ωοο όμορφη Θεσσαλονίκη», της ομίχλης, της υπεκφυγής και της αλήθειας κάτω από το χαλί, τολμά να γράψει με τον κοσμοπολιτισμό  των λέξεων ενός Ιρλανδού Δανδή,  που είναι όμως κι επαναστάτης ενός απελευθερωτικού λόγου, που τιμά και σέβεται το παρελθόν των λέξεων γι’ αυτό και μπορεί να τις χρησιμοποιεί σχεδόν ανανεωτικά. 
Κι από την άλλη είναι ένας νέος άντρας των χρόνων του, που παρακολουθεί όλα αυτά που γίνονται αναζητώντας την  απαραίτητη απόσταση να τα αφομοιώσει , να τα τα εντάξει στην «καθ’ αυτόν» πλοκή του, να τα επεξηγήσει ανάμεσα στις σιωπές, τα κλειστά τηλέφωνα και τις νυκτερινές αϋπνίες του.
Τέλος έχοντας μολυνθεί αγιάτρευτα από αυτό που οι φιλολογίζοντες ονομάζουν «σύγχρονα ρεύματα της λογοτεχνίας» βιάζεται να βρει το σωστό αντίδοτο όχι μόνο για την δική του σωτηρία αλλά και για τη δική μας. Και τα καταφέρνει και σ’ αυτό. Μόνο που αυτό δεν το επιδιώκει ακριβώς, αλλά το βλέπεις ότι του βγαίνει αυθόρμητα, τόσα χρόνια ανάγνωσης ιδού τα αποτελέσματα.

Έχοντας διαβάσει το « Μόνο τα νεκρά ψάρια ακολουθούν το ρεύμα» σε ένα νεορεαλιστικό σκηνικό μιας άδειας παραλίας έξω από την πόλη μέσα σε ένα απόγευμα, ήθελα να μοιραστώ μαζί σας αυτήν την άγρια χαρά και την εκλεκτή συγκίνηση που έχουμε όλοι εμείς οι απλοί, όταν ερχόμαστε μπροστά στο ΝΕΟΝ. Και σας το λέω με το χέρι στη καρδιά, εδώ στο ναό της μεταπολιτευτικής λογοτεχνικής σκηνής της πόλης, ότι ο Κυριάκος Γιαλένιος είναι η αρχή μιας νέας σχολής λογοτεχνίας που ξεκινά από την πόλη μας κι αν είμαστε ελάχιστα σοβαροί με τον Πολιτισμό μας, θα πρέπει άμεσα να αρχίσουμε να διαδίδουμε το νέο  και να μεταφράσουμε το βιβλίο  αυτό, σε γλώσσες που μας ξέρουν μόνο από τους αρχαίους μας τραγικούς.
Το πιο σημαντικό όμως ακόμη κι από αυτό, είναι ότι ο Κυριάκος δεν γράφει για λόγους που ως τώρα αφορούσαν φιλολογικά δειλινά και μελετητές, ούτε ανέραστες κυρίες των προαστίων, αλλά ανθρώπους που διαθέτουν χιούμορ διάθεση να συνεχίσουν η από την αρχή ν΄ αρχίσουν, ανθρώπους που δεν σταμάτησαν, που αρνούνται να μπλοκάρουν, που πιστεύουν ότι οι ανθρώπινες ιδιότητες -που δεν είναι κι όλες ακριβώς αρετές- οφείλουν να υπάρχουν, γράφει για να ξορκίσει τον ευτελισμό της ζωής μας, γράφει για να λυτρωθεί ο ίδιος.
Ο Κυριάκος γράφει γιατί είναι ο μόνος τρόπος που έχει για να συντελεστεί ο συναισθηματικός εξορκισμός που απαιτείται  για να αντέξει τελικά , όπως κι εγώ, όπως όλοι μας, όλα ετούτα  που μας συμβαίνουν,  μόνο που ο δικός του τρόπος, είναι πιο περίτεχνος, πιο ποιητικός,  είναι πιο παρηγορητικός, πιο θεραπευτικός και σίγουρα πιο ταλαντούχος. 

Σάββατο, 28 Νοεμβρίου 2015

+ Γιώργος Φούντας (28.11.2010)


Πέντε χρόνια, για να θυμόμαστε ότι σε αυτή τη χώρα υπήρξαν άντρες που δεν άφηναν γένια, κάνοντας φωτόλυση τις τρίχες του κορμιού τους κι ούτε ξόδευαν τον χρόνο στα γυμναστήρια μονάχα, μα διάβαζαν βιβλία, πήγαιναν στο θέατρο, στο σινεμά και στα μουσεία. Που ήταν ιππότες με τα κορίτσια τους και σκληροί με τους κακούς και τους άδικους. Που δε ξεστόμιζαν βρισιές αλλά τα λόγια τους ήταν μπουνιές όταν θύμωναν. Που πήγαιναν το κορίτσι τους στην ακρογιαλιά και το αγκάλιαζαν δίπλα στην άμμο κι όχι πάνω σε ξαπλώστρες. Και δεν χρειαζόταν να έχουν ΙΧ, ούτε κινητό τελευταίο μοντέλο για να πάνε βόλτα με το κορίτσι τους και κυρίως ότι κάποτε σ' αυτή τη χώρα υπήρξαν άντρες που κοίταζαν στα μάτια αυτή που ήθελαν κι εκείνη ήξερε ότι θα την αγαπούν "για πάντα". Που ο λόγος τους ήταν συμβόλαιο. Που δεν το έπαιζαν βαριά πεπόνια κι ούτε καταδέχονταν να κυκλοφορούν με μαύρα γυαλιά στα μάτια. Ναι υπήρξαν άντρες που τολμούσαν να φωνάξουν " Κάψε μας ήλιε, κάψε μας" και ήταν έτοιμοι για την πυρά...

Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2015

Το βαλς των χαμένων ονείρων της Ροζαλί φον Τίμλερ



Το βαλς των χαμένων ονείρων της Ροζαλί φον Τίμλερ
Απόσπασμα από την «Απατημένη» του Τόμας Μαν
Μονόλογος μιας γυναίκας που προφασίστηκε ημικρανία, κι αποσύρθηκε στο δωμάτιό της για να ομολογήσει στον εαυτό της τα παρακάτω :

“ Θεέ μου, αφού τον αγαπώ, τον αγαπώ όπως δεν έχω ξαναγαπήσει. Είναι δυνατόν;
Δεν είμαι για γέλια που αναζητώ ακόμη την ηδονή, καθώς κάνω τέτοιους τρομαγμένους ηδονικούς  συλλογισμούς, κάθε που τον βλέπω, κάθε που κοιτώ αυτά τα θεϊκά του μπράτσα, που θέλω σαν τρελή να μ’ αγκαλιάσουν, το υπέροχο στέρνο του, καθώς με θρήνο και με ενθουσιασμό το βλέπω να διαγράφεται κάτω από το μπλουζάκι του;
Μήπως είμαι μια ξεδιάντροπη;
Όχι δεν είμαι! Ντρέπομαι μπροστά του, μπρός τα νιάτα του και δεν ξέρω πώς να τον αντιμετωπίσω και πώς να τον κοιτάξω στα μάτια, στα απλά αυτά αγορίστικα μάτια, που δεν φανερώνουν την παραμικρή ζέση για μένα. Εμένα χτύπησε όμως η βίτσα της ζωής, εκείνος , ο άπραγος με κουβάριασε και με πιπέρισε μ’ αυτήν.
Νοστιμοπασχαλιά μου έκανε.!
Μα γιατί να μιλήσει γι’ αυτά μες τη νεανική χαρά που έχει για τα παλιά λαϊκά έθιμα; Τώρα η σκέψη των ερεθιστικών βίτσιων του με ξεχειλίζει, με πλημμυρίζει με ξεδιάντροπη γλύκα.
Τον ποθώ! Μα έχω ποθήσει ποτέ ως τώρα;
O Τίμλερ με ποθούσε . Κι εμένα μου άρεσε. Δεχόμουν τη βούληση του , τον τιμούσα μες την μεγαλοπρέπεια του  και υποκύπταμε στην ηδονή κατά τον δικό του πόθο.
Εγώ είμαι τώρα εκείνη που ποθεί, εξ ιδίων, με δική μου πρωτοβουλία κι’ έστρεψα τα μάτια μου, πάνω του, όπως ένας άντρας στη νέα γυναίκα της επιλογής του . Αυτό οφείλεται στα χρόνια. Στην ηλικία μου οφείλεται. Και στα δικά του νιάτα.
Και ενώ τα νιάτα,  δεν είναι ούτε θηλυκά  ούτε αρσενικά σε σχέση με την ωριμότητα  ενός μεσόκοπου κορμιού, εν τούτοις η διάθεση τους κι η επιθυμιά τους δεν είναι ούτε τόσο χαρούμενη ούτε και τόσο σίγουρη. Αλλά γεμάτα   ντροπή και δισταγμό μπροστά στην ωριμότητα και μπροστά σ’ ολόκληρη την φύση- εξαιτίας της ανικανότητας τους- άμαθα,  και πρωτόγνωρα πράγματα γι’ αυτούς,  να απαιτούν αυτό που θέλουν.
Αχ το ξέρω! Πολλά βάσανα με περιμένουν. Γιατί πώς να ελπίσω πως θα δεχθεί τον πόθο μου κι ότι θα υποκύψει τελικά στη θέληση μου όπως εγώ στον Τίμλερ…
Δεν είναι δα κανά κορίτσι με αυτά τα σφιχτά του μπράτσα -κάθε άλλο- ένας νέος άντρας είναι, που θέλει αυτός να είναι εκείνος που ποθεί, αυτός που κυνηγά , και –έτσι λένε- σε αυτό έχει μεγάλη επιτυχία στις γυναίκες.
Γυναίκες θα έχει όσες θέλει σ΄ αυτή την πόλη.  Ταράζομαι ολόψυχα κι ουρλιάζω από ζήλια και μόνο με τούτη δα  τη σκέψη .
Κάνει εξάσκηση στα αγγλικά με την Λουίζε Πφίνγκτεν στη οδό Πέμπελχόφερ και την Λίτσενκίρεν, την Αμελί Λίτσενκίρεν που ο άντρας της βιομήχανος μαγειρικών σκευών είναι χοντρός, ασθματικός και τεμπέλης. Η Λουίζε παραείναι ψηλή  κι έχει άσχημο μέτωπο, είναι όμως 38 χρονών και ξέρει να κάνει τα γλυκά μάτια. Η Αμελί είναι λίγο μεγαλύτερη κι όμορφη. Δυστυχώς όμορφη κι ο χοντρός τις δίνει κάθε ελευθερία.
Είναι δυνατόν να ξαπλώνουν στην αγκαλιά του, έστω και μια απ΄ αυτές –μάλλον η Αμελί- αλλά μπορεί να είναι κι η ψηλή Λουιζε – να ξαπλώνουν πάνω σ΄ αυτά τα μπράτσα που με τόση εσώψυχη επιθυμία ζητώ τα αγκάλιασμά τους, τόσο πολύ που αμφιβάλω αν μπορούν να έχουν οι ανόητες ψυχές τους ;
Τα δόντια μου,  ετούτα τα τόσο γερά, ελάχιστα φτιαγμένα δόντια, τρίζουν , και μαζί τους τρίζω ολόκληρη κι εγώ μόνο που το σκέφτομαι .
Κι οι καμπύλες μου είναι καλύτερες, πιο άξιες για τ’  αντρικά τα χάδια των χεριών του απ΄ ότι οι δικές τους…
και για την τρυφεράδα του είμαι έτοιμη.
Για το απερίγραπτο δόσιμο…

Εκείνες όμως είναι πηγές γιομάτες με χυμούς κι εγώ μια στερεμένη. Μια που δεν της πρέπει καμιά ζήλια.
Μια ζήλια βασανιστική, σαρωτική, που τρίζει.

Μήπως δεν είχα δει μια φορά στο Γκάρντεν πάρτυ των Ρόλβαγκεν, του Μηκανέ Πόλβαγκεν της  γυναίκας του, πού ήμουν καλεσμένη, … δεν είχα δει με τα μάτια μου όλα αυτά …δεν είχα παρατηρήσει αυτήν την σύντομη ανταλλαγή βλεμμάτων και χαμόγελων κρυφών ανάμεσα σ΄ αυτόν και την Αμελί , η οποία δήλωνε αναντίρρητα κάποια μυστικότητα ανάμεσά τους;
Μάγκωσε τότε η καρδιά μου από το σφίξιμο του πόνου, όμως δεν είχα καταλάβει ούτε μου πέρασε από το νου πως αυτό ήταν ζήλια, επειδή δεν θεωρούσα τον εαυτό μου ικανό για κάτι τέτοιο.
Ήταν όμως. Τώρα το καταλαβαίνω. Και δεν μπορώ να το κρύβω από τον εαυτό μου . Μόνο πανηγυρίζω – παρόλο τον πόνο -  που σε τούτη την περίπτωση βρίσκεται σε θαυμαστή δυσαρμονία με τις αλλαγές του σώματος.
Το ψυχικό είναι μοναχά μια έκφραση του σωματικού- λέει η Άννα- κι αυτό μάλιστα το σχηματίζει η ψυχή καθ΄ εικόνα και ομοίωση; 
Η Άννα γνωρίζει πολλά.
Η Άννα δεν γνωρίζει τίποτα!!
Όχι! Δεν θέλω να πω πως δεν γνωρίζει τίποτα.
Έχει υποφέρει. Έχει αγαπήσει άσκοπα κι έχει υποφέρει γεμάτη ντροπή κι έτσι κάτι γνωρίζει.
Όμως ότι η ψυχή μεταβαίνει, με τον χρόνο, μαζί με το σώμα στο σεβάσμιο αξίωμα της οικοδέσποινας μητέρας, σε τούτο κάνει λάθος επειδή δεν πιστεύει στα θαύματα…
Επειδή δεν ξέρει πως η φύση μπορεί με τρόπο θαυμαστό να κάνει την ψυχή να ξανανθίσει…
Ακόμη κι όταν είναι ήδη πολύ αργά…
Ναι πολύ αργά…
Να ξανανθίσει, από αγάπη, από πόθο από ζήλια, όπως παθαίνω τώρα εγώ με το ευτυχισμένο μου βάσανο…

Η Σάρα η γερόντισσα, άκουσε να λένε πίσω από την πόρτα της σκηνής της, για κείνο που έμελλε να της συμβεί, και..γέλασε.
Γι αυτό της θύμωσε ο Θεός και είπε: “Τι ότι εγέλασε Σάρρα εν εαυτή;”
Εγώ, εγώ δεν θα γελάσω.
Εγώ θέλω να πιστέψω στο θαύμα της ψυχής και των αισθήσεων μου.
Θέλω να προσκυνήσω το φυσικό θαύμα της οδυνηρής και ντροπαλής άνοιξης της ψυχής μου.
Και τούτη η ντροπή μου, θα είναι μόνο για την εύνοια αυτής της όψιμης δοκιμασίας…»



Πρώτη παρουσίαση : Λογοτεχνική Σκηνή 2015
διαβάζει  η Μάρα Τσικάρα
στο πιάνο ο Σάκης Λάιος
Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου  2015  7 μ.μ.
θεατρο ΑΝΕΤΟΝ
Θεσσαλονίκη
Oργάνωση και επιμέλεια  Λογοτεχνικής Σκηνής : Γιώργος Κορδομενίδης






Δευτέρα, 23 Νοεμβρίου 2015

χιονάνθρωπος


μυρίζω πένθος
χρόνια τώρα
διαποτισμένος
απ' αυτό

όταν η μυρωδιά γίνεται αφόρητη
τρώω το πιο μεγάλο παγωτό
μέχρι να παγώσει ο λαιμός μου
τον κόμπο να μη καταλαβαίνω

σχηματίζω έναν χοντρό ασπρομάλλη απόντα
με το παγωμένο μου χνώτο στο τζάμι

και λέω τα κάλαντα
στους άτυχους περαστικούς

σονέτο



σονέτο
στον τόπο με τα ραμμένα στόματα
τα κομμένα ρεύματα
τις απλήρωτες δόσεις
τα κλειστά σύνορα

στον τόπο με τις σέλφι
τους φρέντο καπουτσίνο
τις οκαζιόν στη ζάρα
των μακινιούρ πεντικιούρ των 8 ευρώ

στον τόπο της σιωπής
του προσπεράσματος
γυμνοί στις ράγες
στον τόπο που δεν έχουμε σωσμό
σαν τις μωρές παρθένες
καταμεσήμερο - κι όμως νύχτα


Κυριακή, 15 Νοεμβρίου 2015

Αναζητώντας στα λεξικά


Για τον Μ. Σ.

Στα μάτια του καθρεφτίζονται οι στέπες της Αστάνα
και η φωνή του πάλλεται σαν του Μέγα  Ιεροεξεταστή
των αδελφών Καραμαζώφ
Φοράει  καρό πουκάμισα του αμερικάνικου νότου τρελαίνοντας τον Φίλιπ Ροθ
και περπατά σαν έφηβος στις κρουαζέτ της Ριβιέρας,
μυθολογικός απόγονος του Τρελού Πιερό

είναι ένας νέος στο Λεωφορείο του Πόθου
είναι ο Άγης της Αναγνωστάκη
ο Λοπάχιν του Τσέχοφ
ο Φρέντερ του Φέρντιναντ
ο Πυλάδης του Ευριπίδη
ο Τρέπλιεβ του Γλάρου

Τις καθημερινές τον συναντάς
 στα τείχη τα βυζαντινά της Συμβασιλεύουσας
να μελετά τους  τραγικούς,
τις νύχτες υποδύεται ήρωες που ο ίδιος κατασκευάζει
Αν του μιλήσεις, σε κοιτά πάνω από τα μάτια
σαν οραματιστής μιας άλλης επικοινωνίας
που εκπορεύεται από το σύμπαν

Είναι εδώ κι είναι ταυτόχρονα εκεί
επιτομή ενός μεταφυσικού διακτινισμού
και να καίγεται πάντα
και πάντα να φεύγει αλώβητος
Ώρες, μέρες, μήνες μετά …

Φήμες τον λένε ξωτικό
διαβάζω στο λεξικό να μάθω το όνομα του
δεν έχουν γραφτεί ακόμη οι σελίδες

σταματούν  στο λήμμα : Δαίμων Θεάτρου. 

Μήνυμα στον τηλεφωνητή



Κάθε φορά που πέφτει μια βεβαιότητα
αισιοδοξώ ανάμεσα στα ερείπια της
ότι ερχόμαστε πιο κοντά στα ανθρώπινα.

Υπάρχουν κι αυτοί, που ο φόβος τους κάνει να μοιρολατρούν
"χανόμαστε", "δεν υπάρχει σωτηρία" λένε
Κι άλλοι, οι αυστηροί κριτές των πάντων,
που νιώθουν μια άγρια χαρά κάθε που οι κασσανδρείες τους, δικαιώνονται.

Κι όμως αισιοδοξώ σαν τον Δαυίδ, πως το καλό στο τέλος θα νικήσει
έστω κι αν μείνει μόνο ένας - αλλά Ανθρωπος- σε τούτον τον πλανήτη
το συναίσθημα της Αγάπης είναι που δημιούργησε τον κόσμο
-δεν μπορεί το ίδιο αυτό να τον αφανίσει-

Απλά με τα χρόνια, οι λέξεις αλλάζουν νοήματα - τα συναισθήματα όχι-
κι αν οι λέξεις υπήρξαν ανθρώπινες επινοήσεις για να κατανοηθούμε,
τα συναισθήματα είναι η αναγκαία συνθήκη για να υπάρχουμε.

Ανθρώπινοι. Μαζί.