Τρίτη, 17 Απριλίου 2012

blue velvet


Ήρθε με μπλε βελούδο και κάθισε με τα μάτια ανέκφραστα , αδιάφορα ταχα, μη και ξεφύγει σταγόνα συναισθήματος, απέναντι στα δεξιά, σαν εικόνισμα παλιάς εκκλησίας σε νησί που έπαψε να κατοικείται. 
Δεν είχε μάθει τίποτε από το πρωί, κι έπρεπε να υποστεί το μαρτύριο της ενημέρωσης με όση επιτυχία μπορεί ένας άνθρωπος που συγκλονίζεται από νέα που δεν θα θελε να συμβούν. 
  Φορούσε ένα μπλε βελούδο σακάκι, συλλεκτικό από παλιά μνήμη επιτυχίας και φωτεινά παπούτσια που οδηγούν τους τολμηρούς οδοιπόρους όταν τον δρόμο χανουν από υπερβολική σιγουριά. 
Προσπάθησε να μιλήσει. Προσπάθησε ξανά μετά από σιωπή. Δεν είχε απαντήσεις . Κι οι ερωτήσεις ήταν ένα προσωπικό κουίζ με λυμένες από τα πριν τις απαντήσεις. Αυτό φαινότανε σα σιγουριά, δεν θα μάθω όμως εύκολα αν όντως ήταν.
 Συνήθως οι άνθρωποι που θέλουν να γίνουν συμπαθείς, καταντούν προβλέψιμοι και εύκολα προσπελάσιμοι από τους εσωτερικούς παρατηρητές. Όχι μόνο συμπαθής δεν ήθελε να είναι. Αντίθετα περίτεχνα προσπαθούσε να φανεί ενοχλητικός, πολύξερος πολυσχιδής και αφόρητα επαρκής. 
Μια γοητεία από αυτό την εξασκούσε παρα τη θέλησή του. Είχε ξεμαθει να τραβά την προσοχή σαν απροστάτευτο θύμα της εικόνας του, είχε ξεμαθει η με συνέπεια προσπαθήσει να μη τον ερωτεύονται γι αυτό που είχε μάθει τόσο καλά να κρυβει.
Κι επεσε στην περιπτωση. Τον προδωσε η αγαπη του για τον Μητροπάνο. Και τον απετελείωσε ολοκληρωτικα το μεσα του στριπ-τιζ οταν αρχισε εν ειδη διόρθωσης στα εξεπιτούτου λαθη, να σιγοτραγουδα τους σωστους στιχους απο τα τραγουδια του.
Επισης τον προδωσε το μπλε βελούδο σακάκι ...