Πέμπτη, 3 Σεπτεμβρίου 2015

Σύνορα




Αργά γυρνώντας σπίτι μου
ένιωσα τον ήχο απ’ τις αρχαίες γκάιντες
κάτω από την ανταριασμένη άσφαλτο του άδειου δρόμου
σε κάθε χτύπο άνοιγε και μια μεγάλη οπή
κατάμαυρη
ο ήχος λευτερωνότανε και μες τη νύχτα γινόταν άσπρη σκόνη
που με τύλιγε ίδια με τύψη ανομολόγητη
μιας μέρας σιωπηλής,  μιας μέρας άπραγης
έλιωνε  τα παπούτσια  μου κι η καρδιά μου χτύπαγε ίδια νταούλι

Σεπτέμβρης μήνας πανηγυριού, Ναστρίτζινι
-παππού μου το θυμάσαι;-

Κι από μακριά κι άλλοι ήχοι πιο γοργοί που σίμωναν 
από της θάλασσας τα μέρη

ώσπου εντελώς κουφάθηκα και τίποτε δεν άκουγα
μόνο την άσπρη σκόνη ένιωθα που γύρω μου στεφάνι έπλεκε
ίδια  αλυσίδα του μυαλού,  στα χέρια και στα πόδια
μη και προλάβω σπίτι μου να φτάσω

Και ήταν στη μέση αυτού του δρόμου με την ταλαντωμένη άσφαλτο
υπόγειου οργασμού εγκάρσιου
που σα να είδα ένα παιδί να σχηματίζει στον τοίχο αρχαίου ναού την λέξη :

«Τ έ ρ α ς»

Δείχνοντας εμένα

Τύμπανα και ντέφια, νταούλια, γκάιντες 
και ανάμεσά τους αμπέλια ατρύγητα 
καταμεσής του ασφαλτοστρωμένου δρόμου 
να φυτρώνουν σαν ανεμόμυλοι
πού ήρωες ιππότες δεν περιμένουν πια 
να εξηγήσουν  την παραξενιά των μύθων

 Σεπτέμβρης μήνας τρυγητής, Ναστρίτζινι
-παππού μου το θυμάσαι;-

Κυκλωτικά  μες τη απόλυτη σιωπή
και λίγο πριν  τα μάτια μου ολωσδιόλου τυφλωθούν
μια σκέψη άστραψε πριν ξεκινήσει η μπόρα
σαν πύον από το τυφλό,  κουφό μου σώμα:

«Σωθήκανε τα τέρατα στη γη
κι απόμεινα μονάχο τέρας της εγώ, να με φυλάω»




(Ναστρίτζινι ή Ναστρίζνι, γλιστερά βήματα. Ο πιο διαδεδομένος  μουσικός ρυθμός  της περιοχής των αρχαίων Ηδωνών και  της περιοχής Σιδηροκάστρου - Ηράκλειας. Μέρος του χορού Γκάιντα Βασί.)
Η φωτογραφία είναι  του ζωγράφου  Λάζαρου Πάντου 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου