Δευτέρα, 6 Μαΐου 2013

ο μεγας ιεροεξεταστής


Λένε και προφητεύουν πως θα’ ρθεις και θα ξανανικήσεις, θα’ ρθεις με τους εκλεκτούς Σου, με τους περήφανους και ισχυρούς Σου, μα εμείς θα πούμε πως αυτοί σώσανε μονάχα τον εαυτό τους κι εμείς σώσαμε τους πάντες. Λένε πως θα καταντροπιαστεί η πόρνη που κάθεται πάνω στο θηρίο και κρατάει στα χέρια της το μυστήριο, πως θα επαναστατήσουν ξανά οι αδύναμοι, πως θα ξεσκίσουν την πορφύρα της και θα γυμνώσουν το ‘μιαρό’ κορμί της. Μα τότε εγώ θα σηκωθώ και θα Σου δείξω τα δισεκατομμύρια των ευτυχισμένων παιδιών, που δεν γνώρισαν την αμαρτία. Και μεις  που πήραμε πάνω μας τα κρίματά τους για να τους κάνουμε ευτυχισμένους, θα σταθούμε μπροστά Σου και θα Σου πούμε: ‘Δίκασε μας, αν μπορείς και αν τολμάς. Μάθε πως δε Σε φοβάμαι. Μάθε πως κι εγώ ήμουνα στην έρημο, πως και γω έζησα με ακρίδες κι αγριόριζες, πως και γω ευλογούσα την ελευθερία που μ’ αυτήν Εσύ ευλόγησες τους ανθρώπους, πως και γω ετοιμαζόμουν να γίνω ένας από τους εκλεκτούς Σου, να γίνω ένας από τους ισχυρούς και τους μεγάλους, διψώντας να ‘συμπληρώσω τον αριθμό’. Μα συνήλθα και δε θέλησα να υπηρετήσω την αφροσύνη.  Γύρισα και προσχώρησα στην ομάδα εκείνων που διορθώσανε το έργο Σου. Εγκατέλειψα τους περήφανους και επέστρεψα στους ταπεινούς για να τους κάνω ευτυχισμένους. Όλα όσα Σου λέω θα γίνουν και η βασιλεία μας θα οικοδομηθεί. Σου ξαναλέω πως αύριο κιόλας θα δεις αυτή την υπάκουη αγέλη να τρέχει με το πρώτο μου νεύμα και να συνδαυλίζει την πυρά όπου θα Σε κάψω, γιατί ήρθες να μας ενοχλήσεις. Γιατί αν υπάρχει κανένας που να αξίζει  περισσότερο, από κάθε άλλον την πυρά μας, αυτός είσαι Εσύ. Αύριο θα σε κάψω. Dixi (Είπα).

 Όταν ο ιεροεξεταστής σώπασε, περίμενε λίγο, νομίζοντας πως ο Αιχμάλωτός του θα του απαντήσει. Η σιωπή Του το καταθλίβει. Έβλεπε πως τον άκουγε ο Φυλακισμένος όλη την ώρα, κοιτάζοντάς τον πράα και στοχαστικά ίσα στα μάτια και φαινότανε να μη θέλει να φέρει καμίαν αντίρρηση. Ο γέρος θα το’ θελε να του πει κάτι, ας ήταν και πικρό, ας ήταν και τρομερό. Μα Εκείνος ξαφνικά πλησιάζει σιωπηλός τον γέρο και τον φιλάει στα λιπόσαρκα γεροντικά χείλη του. Να όλη η απάντησή Του. Ο γέρος ανατριχιάζει. Κάτι σαλεύει στις άκρες των χειλιών του. Πηγαίνει στην πόρτα, την ανοίγει και Του λέει: «Πήγαινε και μην ξανάρθεις πια…καθόλου…ποτέ. Ποτέ!» Και Τον αφήνει να βγεί «στους σκοτεινούς δρόμους της πολιτείας». Ο Αιχμάλωτος φεύγει.
Κι ο γέρος;
Το φιλί του καίει την καρδιά, μα ο γέρος δεν αλλάζει γνώμη.

( Απόσπασμα από το κεφάλαιο « ο μέγας ιεροεξεταστής»  των   «Αδελφών Καραμαζώφ» του Φιοντόρ  Ντοστογιέφσκι σε απόδοση του Θ.Π. Χατζηαναστασίου )

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου