Δευτέρα, 1 Απριλίου 2013

ο γύρος του θανάτου στο Κ.Θ.Β.Ε.

photo by  George Chrysochoidis


Η «ΛΟΛΟ»,  ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΙΑΤΣΑ 

Φτώχια, τρέλα και πουστιά. Τα τρία κακά της μαύρης μοίρας μου της θεόκουλης[1]. Πώς έμπλεξα εγώ, παιδάκι από σπίτι νοικοκυρεμένο μ’ αυτούς τους άχαλους[2];  Ένα αγοράκι με καλούς τρόπους ήμουνα, πρώτος μαθητής στο σχολείο μου και λατσό[3] μπισκετάκι[4]. Δεν ήμουνα τζασλότεκνο[5]. Με τζίναψε[6] ο δάσκαλός μου, ο καλός μου ο ντικοστός[7]πως έπαιρνα τα γράμματα και με είχε από κοντά. –Τζινάβεις, κυρ-δάσκαλε; -Και τζινάβω και μπενάβω[8]. Πολύ διαβαστερός, με τον Καζαντζάκη και προπαντός με τον «Ζορμπά» του μανία να δεις. Μπουτ[9] προχωρημένα πράματα. Το’ 41 γεννηθείς είμαι, γενιά της κατοχής μας λένε. Τα πιο πολλά παιδάκια της ηλικίας μου μένανε τότε τελείως αγράμματα. Ούτε δημοτικό δεν τελείωναν. Άλλο έβγαζε την Δευτέρα, άλλο την Τρίτη, άλλο δεν πήγαινε καθόλου. Τους τις έβρεχαν γερά για να μελετούν, τα ντουπάρανε[10] για να πάρουν το Απολυτήριο τουλάχιστον, ξύλο να δουν τα μάτια σου. Άλλοι, γονείς, πάλι, δε μπορούσαν να τα στείλουν, λόγω οικονομικού σφιξίματος  και τα έβαζαν από μικρά στη δουλειά. Ήμουνα στους τυφλούς ο μονόφθαλμος.
Πώς βρέθηκε στο δρόμο μου εκείνος ο βρομιάρης, ο καριολόπουστας, και με ξελόγιασε. Τσαγκάρης ήτανε, ο μαλάκας, τσαγκάρης της γειτονιάς. Παντρεμένος με παιδιά μεγαλύτερά μου. Αποπλάνηση ανηλίκου. Εφτά χρονών ήμουνα, ξανθό, σγουρομάλλικο, σαν τ’ αγγελάκια στις χαλκομανίες. Γκιουζελίμ[11], λατσό μωρό. Και έφηβος ήμουνα κουκλί, μπισκέτο[12]. Μ’ έστειλε σ’ αυτόν η μάνα μου για να περάσει σόλες σ’ ένα ζευγάρι παπούτσια προπέρσινα φθαρμένα. Είχα ξαναπεράσει από κει. «Έμπα μέσα, θες σοκολάτα;». «Θέλω», είπα. Με τα μπινελίκια[13] τα ξεγελάνε τα μωρά οι μπινέδες[14]. Για πότε με κάθισε στα γόνατά του, μου χάιδεψε τα μαλλάκια και λίγο το μάγουλο; Ούτε που κατάλαβα. Κάνει μια έτσι ο κατέ[15], ξεκουμπώνει το παντελόνι του και βγάζει την ξερή του. Δεν είχαν φερμουάρ τα παντελόνια τότε, σπάνια. Κοντό παντελονάκι φορούσα, ποιο παιδί φορούσε μακριά εκείνο τον καιρό, δε φτάνανε τα λεφτά για το ύφασμα ή έτσι το είχανε.  Έβγαζες μαλλί στα ποδάρια και μετά σου αγοράζανε μακριά παντελόνια. Το πουλί του, τώρα που το θυμάμαι δεν ήτανε σκληρό, σα μισομαραμένη, μελάτη ήτανε η μαλαπέρδα[16]του τζιναβωτού[17]. Τη δουλειά του όμως ήξερε να την κάνει καλά το μπαλαμό[18]. Μου φαινόταν όμως μεγάλο τσουτσούνι. Μπορεί να’ χω και λάθος, γιατί στους μικρούς όλα των μεγάλων μεγάλα φαίνονται, η φαντασία τους τα διογκώνει.  Μου πήρε το χεράκι μου και το’ βαλε εκεί, ύστερα με κάθησε πάνω του, λίγο μου την ακούμπησε στα μπούτια ο πουρός[19]και με πασάλειψε με τα φλόκια[20] του. Μπουλκουμέ[21]. Εντάξει ο κατέ αυτό γουστάριζε, να ξεφλοκάρει[22] ήθελε. Πήρε μετά μια παλιοπατσαβούρα, και τα καθάρισε. Δεν πρέπει να’ τανε βρεμένη, γιατί  θυμάμαι είχα ερεθιστεί στα σημεία που με έχυσε. Αυτό το υγρό, το χύσι,  θέλει αμέσως καλό καθάρισμα, είναι πολύ καυστικό το φλόκι, έτσι και τ’ αφήσεις όλη μέρα, εκεί που θα πέσει  φαγουρίζεσαι και ξύνεσαι συνέχεια.  Έσκυψε πάνω μου, βρωμούσαν τα χνώτα του.  «Δε θα μιλήσεις πουθενά, να μείνει μυστικό μεταξύ μας». Μου’ δωσε κι άλλες δυο σοκολάτες.  Κάτι μάτια γουρλωμένα κι ένα μουστακάκι ποντικοουρά, μπουτ  καλιαρντός[23], τι  να πω. Σιχαμερός ήταν. Δεν έβγαλα άχνα καθόλου, σε κανέναν.  Μέσα μου τα συλλογιόμουν, όμως. Δεν είναι καλό πράμα αυτό. Απ’ την άλλη κάτι με τραβούσε, ψαχνόμουν, άραγε οι νέοι, οι μεγαλύτεροί μου, οι δεκαεξάρηδες, ας πούμε, δε θα’ ναι καλύτεροι απ’ αυτόν τον κουλό; Είχα, φαίνεται, την κλίση, μ’ έβαλε χέρι κι ο μπαλός[24], ο άχαλος και μου έγινε χούι. Με κατάστρεψε το τομάρι. Απ’ το Θεό να το βρει, ο κωλόγερος.
Μεγάλωνα, δεν τα’ βρισκα με τους άλλους. Δεν έκανα και πολλή προσπάθεια, μου’ γινε, όμως, συνείδηση, άλλη γλώσσα μιλούσα εγώ και άλλοι αυτοί. Καταλάβαινα από νωρίς πως θα’ μουνα απ’ τη μια μεριά εγώ κι απ’ την άλλη ο κόσμος. Δε θα’ σκαγα κιόλας, «ε, η πούλη[25] μου να’ ναι καλά», είπα κι εγώ.  Τ’ αδέρφια μου, μεγαλύτερα, δύο αγόρια. Ο Άγης, ένας παίδαρος, θεολάτσα[26], οικοδόμος, πήγαινε στη Γερμανία, μάζευε λίγα μπερντέ[27], ερχόταν πίσω στην πατρίδα, τα έτρωγε με τις γκόμενες, γιατί ήταν μπουτ μουτζοτός[28], μπουτ μουνάκιας, πάλι καβαλούσε το τρένο και γύριζε πίσω εμιγκρές. Δος του καυλομαξίλαρο[29] και πάρ’ του την ψυχή. Μια δόση έβγαλε καλά φράγκα και μου πήγε στον Μουτζότοπο[30] να τα γλεντήσει, τα ξόδεψε στις σαρμούτες[31] και  στις καρακαλτάκες[32] κι έμεινε στο φινάλε ταπί και ψύχραιμος. Οι σούπερ αντρουά[33]λατσεύονται τον Μουτζότοπο κι εμείς οι καραλουμπίνες[34] τον Τζιναβότοπο[35],  το Αδερφοχώρι[36].  Καλόψυχο πλάσμα ο Άγης μας αλλά απότομος χαρακτήρας. Ούτε για στεφάνι  έκανε, γέρασε κι ακόμη μπεκιάρης κάθεται, σολότεκνο[37]. Ήτανε μπερδεμένος και με την Αριστερά, με τους λαϊκούς αγώνες. Ο δεύτερος, σπούδασε μαθηματικός ο Μιχάλης, ήσυχο παιδί, μαζεμένο, του Θεού. Της προσευχής και της μετανοίας. Τα κατάφερε αυτός, διορίστηκε, μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, πέφτει το παραδάκι, ασφαλίστηκε, έκανε και μια λατσή κρεμάλα[38] με μια μούτζα[39] με μπερντέ, τη νύφη μου, τη Γαρυφαλλιά. Η νύφη μου  είναι ψυχικιάρα, του «Κυργιελέησον» κι αυτή και με συμπονά. Τα πάμε καλά, μου στέκεται στα δύσκολα. Στο τέλος έγινε παπάς το θεόπαιδο. Τρία αδέρφια, το καθένα κι άλλο μπαϊράκι. Ο πρώτος,  καππακάππας[40], ο δεύτερος, βακουλοπουρός[41], ο τρίτος, καραλούγκρα[42]. Το Γυμνάσιο δεν το τελείωσα, στην τελευταία τάξη έπιασα αμόρε, ένα γειτονόπουλό μου, καρακαψούρα. Λατσότεκνο[43]. Δε φυλαγόμασταν καθόλου,  μου άβελε κοντροσόλ[44] στα σοκάκια, όπου να’ ναι παιρνόμασταν, ακουστήκαμε, βγήκαν τα σκατά μας στο μεϊντάνι[45], η μάνα του, καρά Πόντια, της το σφυρίξανε, στεκότανε στη μέση  στο μαχαλά και καταριόταν. Μας έκραζε το πόπολο[46], κουσκουσεύανε[47] οι κουλοί. Είχαμε στη γειτονιά και μια λουμπουνιά[48], μια άχαλη ψωραδερφή[49], ο Τάκης, η Τακού η μπακάλισσα, μπουτ φόλα[50], και μπέναβε κουσέλες[51]. Ασφυξία. Δεν ήτανε ζωή αυτή. Κουλά, κουλά. Μια νύχτα μάζεψα λίγα ρούχα σ’ ένα βαλιτσάκι, τζούρνεψα[52] και μπερντέ απ’ το πορτοφόλι της μάνας μου, της άφησα και μια λέτρα[53] και την πούλεψα. Φεύγω και αβέλω σπασίμπες[54]. Αριβεντέρτσι Ρόμα.  
Τώρα πού θα πας, μαρή; Τι τα’ θελες, κυρά μου,  τα μπικουτί; Άμα είσαι στο δικό  μας το στυλ, κάνεις μπαμ. Και σε  δουλειές δε σε παίρνουνε  και τον αντάμη[55] να κάνεις, δε σε πιστεύουνε, γιατί κάνεις κρα. Και να σε πάρουνε, θα σε αβέλουν τζαστικό[56] γρήγορα ή προτού να σε τζάσουνε[57], από μόνη σου,  για να μην τους δόσεις  την ικανοποίηση, τους άχαλους, βουέλεις τζα[58] από περηφάνια.  Πόσα να φας σιχτίρ-πιλάφια[59]; Και για πού είσαι μετά; Είσαι ή για το γκρεμό ή να την κάνεις για καυλόγερος στο κηφηνότσαρδο[60]. Την έβγαζα εδώ κι εκεί. Τη μέρα στα τζουρά[61], τη νύχτα στα πάρκα. Κουλά. Πα ντ’ αρζάν. Νάκα[62] μπερντέ. Οι λούγκρες είναι όλες καταδικασμένες υπάρξεις, περνάει η ζωή τους κολλημένη σ’ ένα  ψέμα,  σ’ ένα μουσαντό[63]. Είναι ζούρλες[64], οι καψερές. Έτσι κι εγώ, ζούσα μέσα σ’ ένα τζασλό όνειρο, περιμένοντας το μιράκλι[65], τον πρίγκιπα του παραμυθιού να με σώσει.  
Βρέθηκα εκτός σπιτικής εστίας. Κουλά. Κοπροσκύλιαζα, η λουμπινιά, γυρνοκοπούσα εδώ κι εκεί. Τραγουδούσε τότε ο σούπερ σεβντοκατές[66],  ο Καζάντζος –μόλις είχε βγει- ένα τραγούδι πονεμένο, «Είμαι ένα κορμί χαμένο, ένας άσωτος υιός», γκραν σουξέ. Μέρα νύχτα δεν τ’ άφηνα απ’ τα χείλη μου. Για μένα ήτανε γραμμένο, θαρρείς. Το τραγουδούσα κι έκλαιγα.

Απ’ το σπίτι μου διωγμένος
κι απ’ τον τόπο μου μακριά,
στο γκρεμό κατρακυλάω
κάθε μέρα πιο βαθιά.



Μπουτ το γουστάρω το λαϊκό τραγούδι,  πολύ λατσεύομαι[67] το καημόκουτο[68]. Και πιο πολύ τον Στελάρα, που ήταν τότε ένα σεβντότεκνο[69] μούρλια.
Στα δεκαοχτώ ήμουνα, κοντά στην ενηλικίωση, κατέβηκα στον Περαία,  έβγαλα ναυτικό φυλλάδιο, εύκολο ήτανε, γιατί είχα κι όλα τα σέα.  Μάρτης του’ 59 ήτανε όταν μπάρκαρα σε ποστάλι. Στο πλήρωμα με βάλανε, ανήκα στο τσούρμο. Άλλη μεταχείριση εκεί να δεις. Μπουτ κουλά. Έβγαζα μάτι κιόλας ότι ήμουνα γκραν σορέλα και με παίρνανε στο ψιλό. Ευτυχώς με τζίναψε ο υποπλοίαρχος, με έβαλε κάτω απ’ τη φτερούγα του, ο μάγκας ο Καλαματιανός. Λάτσα[70], μπουτ λάτσα. Τον γλυκοκοίταζα αλλά δε μιλούσα. Μόκολα[71]. Ένα βράδυ, πιωμένος ήτανε, μου’ τα’ ριξε. Τι μου τα’ ριξε, άλλο που δεν ήθελα. Τακιμιάσαμε. Όσο έμεινα στο πλοίο, ένα εξάμηνο περάσαμε ζάχαρη. Θεομπούκουρα[72]. Ταξιδέψαμε όλο τον κόσμο, Ταϊλάνδη, Φιλιππίνες,  Ινδικό ωκεανό, Μεσόγειο θάλασσα. Τι Σουέζ και τι Πορτ Σάιντ! Πώς ήτανε στο Πορτ Σάιντ; Βρομιά και δυσωδία. Κι ομοφυλοφιλία. Οι Άραβες, και προπαντός οι Αιγύπτιοι, κάνουν τον ηθικό. Μπουτ κουλοί. Η θρησκεία τους τούς κάνει κομπλεξικούς, όλα, τάχαμου, τους τ’ απαγορεύει. Αλλά να μη βρουν ευκαιρία.  Έτσι και τους έρθει βολικά, οργιάζουν οι καυλιάρηδες. Λατσά κουραβάλουν[73] οι Αραπάδες. Τέλειωσα απ’ τα καράβια. Σωζότανε ο παράς. Πάλι νάκα μπερντέ. Πήγα γκαρσόνι σ’ ένα καφενείο, έκανα και τον τρατάρη[74].  μ’ εκμεταλλεύτηκε  ο αρχιτσιφούτης ο καφετζής. Πουροζελέ[75] ήτανε ο κατέ. Με το σχόλασμα ήθελε να μου βάζει χέρι. Τι έφταιγε κι εκείνος ο χριστιανός; Αφού ήμουνα φορτωμένη κι εγώ καυλομαγνήτες[76]! Έτζασα κι από κει, απ’ την πουρομαριονέτα[77].  Κουλά κι από δω, κουλά κι από κει.
Έπρεπε να παρουσιαστώ στα στρατά. Υποχρέωση όλων των αρσενικών της χώρας. Μπουτ κουλά. Άι εμ ιν δε άρμυ νάου[78].   Τα μαλακιστήρια οι φαντάροι αρχίσανε την καζούρα από μακριά. Μπορεί να με ξεφώνιζαν μα κατά βάθος κάνανε κρα για να μείνω. Έτσι κι αλλιώς για ξεκαυλωτήρι με θέλανε. Αμ, δε σφάξανε. Για να γλιτώσεις απ’ τους στρατόκαυλους[79] ή ιεχοβιάζεις[80] ή πουλάς τζασλοσύνη[81] ή πουλάς αδερφοσύνη. Προτίμησα το πιο ταιριαστό για μένα.  Πούλησα αδερφοσύνη για να την πουλέψω. Παρουσιάστηκα σινάμενη-κουνάμενη με μπανάνες και φτερά στο κεφάλι, όπως η Κάρμεν Μιράντα, η τραγουδίστρια με το εξωτικό στυλ που την βάζανε στα έργα τα βραζιλιάνικα. Έπιασε το κόλπο. Μου δώσαν  πούλο[82]. Εγώ είμαι αδερφή και με κράξανε και με τζάσανε δικαίως ως αδερφή. Δε σημαίνει ότι δεν ήμουν και ικανός να υπηρετήσω. Σιγά! Πήχτρα στους φλώρους και τους λουφαδόρους είναι η επικράτεια! Και στις κρυφολούγκρες! Και στους ανίκανους! Άσε που μόνο τα κορόιδα υπηρετούν. Αν βρείτε έναν άντρα Έλληνα υπήκοο να μη μετάνιωσε που έκανε φαντάρος, εγώ να γίνω τουρλολιγούρης[83].
Μετρούσα πολύ εξωτερικώς. Όπως ήμουν  η δόλια λιγδομπερντές[84], βγήκα στα πάρκα, ήμουνα παλιός γνώριμος εκεί. Ένα βράδυ, αργά, γνώρισα  στο πρεζαντέ[85] μια ντάνα[86],  σα μισοτρανς ήτανε, μια λουμπίνα[87] του κερατά. Περπατημένη τσολαδερφή[88], κουασιμόντα[89] ήτανε η μαντουάνα[90]. «Είσαι η πιο λατσή αδερφή, άμα ντυθείς, θα κονομήσεις μπουτ μπερντέ», μου λέει. «Τι να ντυθώ;» ρώτησα, «σάμπως γυμνή είμαι;». Νόμιζα εγώ θα με στείλει να αβέλω ντανιές[91],  να γίνω μασκαράς, καρναβάλι. Δεν πήγε ο νους μου. Μου λέει έτσι κι έτσι. Θα ψωνίσεις τα κραγιονάκια σου, τις μπογίτσες σου, θα φορτωθείς τα μπουτ αρλεκίνια,[92] και θα βγεις αύριο βράδυ μαζί μου στην πιάτσα, αρτίστ[93]. –Μήπως πρέπει να κοτσάρω και μουζαντίβαρα[94]; τη ρωτάω. Γιατί δε γουστάρω. Εκείνη είχε φουσκώσει τα βυζιά της με το γνωστό σύστημα και μάζευε πελατάκια. Ζήτω η σιλικόνη!
Μπήκα αμέσως στο κόλπο και ξεθάρρεψα γρήγορα. Πρώτη βραδιά, δέκα πελάτες, καλή κονόμα. Μπουτ λατσά. Με πήγε σε μια πιάτσα όχι πολύ γνωστή, που συχνάζανε, ας πούμε, οι μυημένοι. Το ψωνιστήρι γινότανε στην αλάνα, απέναντι απ’ το γήπεδο του ΠΑΟΚ. Μόλις σουρούπωνε άλλαζε το σκηνικό και μεταμορφωνόταν. Παρκάρανε εκεί μεγάλα φορτηγά πολλών κυβικών, νταλίκες. Οι νταλικέρ[95], πολύ επιρρεπείς στο κοκό. Κι όχι πάντοτε ενεργητικοί, πολλοί ήτανε μερακλαντάν, απ’ όλα κάνανε. Άλλοι πελάτες ήτανε περαστικοί κι άλλοι εργατικοί της γειτονιάς, μιλημένοι, στο κόλπο όλοι τους, πονηροί, τζιναβωτοί. Άμα τελείωνε ο αγώνας στο γήπεδο και μετά, μερικοί φίλαθλοι πηγαίνανε για τουρκόσουπα[96]ή πίνανε κάνα ουζάκι και περίμεναν να νυχτώσει. Πίσω απ’ τις καρότσες το κάναμε ή κάτω από κάτι δέντρα. Δεν συχνάζανε τσόλια[97] εκεί, σπάνια να περνούσε κανένα. Δεν είχε ούτε κουκουβάγιες[98]. Κρατούσαν τσίλιες και κάτι κουλές αδερφές για τα συνθηματικά. Η Βαγγέλω, η δόλια, που ήταν αμπενάβωτη[99], μου έκανε νοήματα από μακριά. Αν διέκρινε κίνδυνο, σήκωνε το μαντήλι της και το κούναγε στον αέρα. Άμα ζύγωνε κανένα λατσό τεκνό, περπατούσε με τσαχπινιά και έκανε σαντά[100] καυλοκουνήματα[101]. Η Τζοκόντα η Κράχτρα, που μπέναβε πολύ ανθυγιεινά[102] ήτανε τζαζεμένη αλλά ψυχικιάρα και λειτουργούσε σαν τροχονόμος και έδινε σε όλες στην πιάτσα διαταγές. «Εσύ τράβα από δω». «Από κει πέρασε ένα τσόλι». «Ο κατέ αβέλει μουσαντά[103]». Αν πλησίαζε κάποιο ωραίο τεκνό φώναζε δυνατά «λάτσα, λάτσα, καραλάτσα[104]». Αν σε δίκελε[105] με κανένα επικίνδυνο πελάτη τραγουδούσε : «Ντικ[106], μαρή, τζουρνεύει[107] το κατέ, μπουτ τζουρνεύει». Η ταβέρνα η «ΠΕΘΕΡΑ» βρισκόταν απέναντι απ’ το γήπεδο. Σύχναζα στο στέκι αυτό, μάζευα κι από κει πελατεία. Είπαμε, καλέ, πως ήμουνα και μουράτω[108]. Από τις βίζιτες πορευόμουνα, αφού δουλειά δεν είχα και δουλειά δε θα μου’ δινε κανείς.  Είχα μια επιδερμίδα βελούδινη, έμοιαζα τη Τζίνα Λολομπρίτζιτα, τα μάτια της έχω τα σπανιόλικα καιτα μαριόλικα,  γι’ αυτό με βγάλανε οι άλλες οι κατέ,  Λολό. Στο Παρίσι, η Μπε-Μπε και στη Ρόμη η Λο-λό.
Η μπατσαρία, άμα έβγαινε για παγανιά, έπρεπε ζορ ζορνά[109] να τσακώσει κανένα κακομοίρη ή να ντουπάρει για να γουστάρει.  Μπιζ και τζαζ[110]. Μια δόση κάνουν οι ρούνες[111] ένα ντου, τσακώνουνε δυο από μας, μας χώνουνε στο ρουνικό[112] και μας πάνε στο Ηθών για ανάκριση. Κουλά. –Πιάσανε μαζί μου και την άχαλη, τη φίλη μου την Πόντια, τη μυταρού. Σούμη, το χαϊδευτικό της απ’ το Σουμέλα. Μας πήγαιναν συνοδεία κι αυτή έκανε την πλάκα της, η άτιμη. «Μάνα μου, θα γαμούνε μας και ντο πολλοί πα είναι», πέταξε την παροιμία της. Δεν είχα ξαναμπεί σε πούλμαν[113], έχω και κλειστοφοβία. Νόμιζα πως θα τεζάρω. Ταραγμάν-ταραχάν[114]. Δε  ρίξανε καθόλου ντουπ[115], πέσαμε σε καλά παιδιά, με τρόπους.  Τελειώσανε τα τυπικά, κάνω να φύγω, «ελεύθερος, αγορίνα» μου λέει ο φρουρός και «πέρνα να μας βλέπεις και μας». Τον δικέλω, κούκλος, θεόλατσος. Τα φτιάχνω μ’ αυτόν, πολύ τον γουστάριζα, κόβω και λίγο απ’ την πιάτσα, με τάιζε. Όσο αρρενωπός ήτανε ο μπάτσος μου, άλλο τόσο  παθιασμένος ήταν με την πάρτη μου. Δε λατσευότανε το κουραβάλιασμα[116]. Βέρος τζιναβωτός ήτανε, μ’ είχε τρελάνει στα τσιμπούκια, αυτός σε μένα, όχι εγώ σ’ αυτόν. Φιλιά στο στόμα, άγριο κοντροσόλ με τη γλώσσα σα τριμπουσόν κι από κει τσιμπούκια συνέχεια, σε σημείο να μπουχτίζεις. Δε γουστάριζε κουραβέλτα[117]. Μέσα στο περιπολικό τα κάναμε τα αίσχη μας, μας κοίταζε κι ένα μωρό από μια μικρή φωτογραφία δίπλα στο τιμόνι. Τελείωνε την πίπα ο καλός μου και άβελε κοντροσόλ από πάνω και στο παιδάκι του. Πατέρας, μικροπαντρεμένος ήτανε. Ποιος ξέρει τι μουσαντά[118] θα μπέναβε στη γυναίκα του.
Ε, δεν κρατάνε πολύ αυτά.   Δεν είμαι δα και των δεσμών. Ούτε και της προστασίας, γιατί δε φοβάμαι. Είμαι πολύ δυνατή. Μας ζυγώνανε μερικοί και μας κάνανε τον κατελάνο[119]. Ή τον νταβελάκη[120]. Ε, δε σήκωνα τέτοια. Μια φορά έδειρα κάποιον νταγλαρά στο Βαρδάρι, ένα κωλόπαιδο, που μ’ έψαχνε με  την πρόθεση να με χτυπήσει ο κατέ.  Αδερφή είναι, σου λέει, μαθημένη να τις τρώει. Τώρα θα δεις ποια ειν’ η αδερφή και ποιος ειν’ ο μάγκας. Έφαγε ντουπ, καραντούπ, ο τσόγλανος, ο θεοκάλιαρντος[121]. Πολλές φορές πλακώθηκα στο ξύλο αλλά εκείνη τη νύχτα μαζεύτηκε κόσμος περαστικός, έγινε  γκραν επεισόδιο. Ταραχή! Σκέψου να βλέπεις έναν νταβραντισμένο νεαρό, ντυμένο με γυναικείο φόρεμα να βάζει κάτω ένα δίμετρο θηρίο. Και να τον βρίζει κιόλας ελεινά. Μπουτ κουλό.
Ο Αρίστος με πλησίασε μόνος του. Έκανα πιάτσα πίσω απ’ τα φορτηγά. Το’ 59 ήτανε, χειμώνας. Αργά, κατά τις δώδεκα. Ήταν δεκαεννιά χρονών, όπως μου είπε, αλλά θα τον έκανες και εικοσιδύο. Ένα χρόνο με περνούσε. Αδύνατος ήταν. Τελευταία είχα καλή πελατεία σ’ αυτή την πιάτσα, γιατί δούλευα κυρίως μόνη μου, δεν είχα ανταγωνισμό. Είχανε ντουπάρει[122] κόσμο και είχανε ψιλοεξαφανιστεί οι λουμπουνιές. Είχανε αλλάξει στέκι, κατεβαίνανε Βαρδάρη μεριά. Ήταν Σαββατόβραδο. Με σίμωσε πιωμένος. –Γειά σου. Θέλεις παρέα; -Εξαρτάται. Πόσα θα δώσεις; -Δεν ήρθα για να δώσω; -Αλλά, τι, ρε μάγκα; Μήπως θες να σε πληρώσουμε κιόλας; -Το βρήκες. Εγώ δεν πληρώνω, πληρώνομαι. –Ε, τότε δεν ταιριάζουμε. –Γιατί, δε μπορούμε να κάνουμε παρέα χωρίς να μπούνε τα λεφτά στη μέση;  -Μπορούμε αλλά είμαι πολύ κουρασμένη. –Μην ανησυχείς, θα σε ξεκουράσω εγώ. –Πώς; -Θα δεις. Ήτανε πολύ γλυκός. Δεν ήτανε χαρμάνης, ούτε φράγκα ήθελε να βγάλει. Αν και νάκα μπερντέ[123].  Ήθελε παρέα, ανθρώπινη παρέα. Τον έτρωγε τον άμοιρο η μοναξιά. 
Αυτός  γραπώθηκε, ρε παιδί μου, από πάνω μου. Κόλλησε σα βδέλλα. Είμαι χαρακτήρας με σίκ οριεντάλ[124].  Κάνω ωραίο κλίμα, αβέλω λατσούς τζιλβέδες[125], σ’ αυτό θα οφείλεται που τους τραβάω. Σπάνια να κάνει άλλος τέτοια ατμόσφαιρα. Κι όχι μόνο στη φάρα μας, γενικά. Μα και λατσά τα μπενάβω[126], μπουτ λατσά.  Έξω το κάναμε, έβρι νάϊτ, αραιά και πού σε κλειστό χώρο. Είμαι και συνηθισμένη. Χρόνια απ’ την πιάτσα με τους πελάτες στις εξοχές βγάζαμε τα μάτια μας. Όλα τα τσαΐρια[127] της Θεσσαλονίκης τα’ χω φέρει βόλτα. Είχε κάτι καβαντζούλες η Σαλόνικα, μούρλια. Στο Βασιλικό θέατρο, πίσω απ’ το  Γ΄ σώμα στρατού, στη ρωμαϊκή αγορά, μέσα στο Πανεπιστήμιο, στα Λαδάδικα, στα Ξυλάδικα, και πολλά γύρω απ’ το Βαρδάρι. Ωραίο πράμα η τσαϊράδα. Ωραίο πράμα να το κάνεις στην ύπαιθρο. Απελευθερώνεσαι. Καβαλούσαμε το μηχανάκι παλιά και τρέχαμε να ξεσκιστούμε στις καβάντζες μας. Όχι με τον Αρίστο, πού ο Αρίστος μηχανάκι, με άλλους.  Αχ, Σαλόνικα, Σαλόνικα! Που’ ναι τα τζουτζουκλέρια[128] του παλιού καιρού που δε μ’ αφήνανε να ησυχάσω λεπτό ; Πέντε πέντε τα άβελα. Μου’ χε βρει ο Αρίστος μου μια καλή κρυψώνα στο λιμάνι, κανείς δεν πατούσε, όλο εκεί τη βρίσκαμε. Πάντοτε φτιαγμένοι το κάναμε, φτιαγμένοι από πιοτό, συνήθως μπύρες. Ο Αρίστος, η αλήθεια είχε γίνει νταμιρατζής[129], τον μπάσανε από μικρό στο κόλπο. Αλλά κι εγώ καμιά φορά, άμα το έφερνε η περίσταση φουμάριζα, την αγαπούσα κι εγώ τη νταμίρα[130], τη ρίγανη, όπως λέμε εμείς συνθηματικά.
Ε, πέρασε λίγο διάστημα, άρχισε να μου ζητάει και μπερντέ. Τα μπερντέ είναι ακριβά. Κι άμα τα βγάζεις κιόλας στο πεζοδρόμιο, τα πονάς πιο πολύ. Είχα λίγα λεφτά στον κουμπαρά, δεν τα’ χα για να μου τα φάνε οι νταβατζήδες. Τώρα, νταβατζής ο Αρίστος δεν ήτανε, αστεία πράματα. Αυτός φοβόταν και τη σκιά του. Παραδάκι δεν είχε βέβαια. Νάκα μπερντέ. Πού να το βρει; Ό, τι έβγαζε εκείνα τα φεγγάρια από δουλειές του ποδαριού κι απ’ τα πανηγύρια, ό, τι μπαγιόκο[131] μάζευε, τα  έτρωγε γρήγορα. Δούλευε κάνα δυο μήνες στον Πειραιά, στον γύρο του θανάτου, στις κούνιες,  ξέρω γω, γύριζε πίσω στη Σαλόνικα, τα έκανε τα λεφτά του σκόνη. Ποιος να του’ δινε; Ποιος να τον ζούσε; Η μάνα του που’ τανε πλύστρα η φουκαρού; Ο πατριός του;  Τον χαρτζιλίκωνα κάπου κάπου για να’ ναι λίγο σουλουπωμένος. Αφού τα’ χαμε ταιριάξει. Σαν αρραβώνας ήταν αυτό, εφόσον τον είχα για νταλκαρέτεκνο[132]. Έπρεπε να βγαίνει σένιος στην πιάτσα. Γιατί μας αρέσει κι η φιγούρα. Θέλουμε να είμαστε μπάνικοι, να μας γουστάρουνε οι φίλοι μας, να μας ζηλεύουνε οι εχθροί μας. Λατσά!
Πέντε μήνες τα είχαμε. Πηγαίναμε στην «ΠΕΘΕΡΑ». Αυτό ήταν το στέκι μας. Σ’ αυτό το ταβερνάκι συχνάζανε πολλά ζευγάρια αντρικά. Μερικοί, παντρεμένοι.  Το ένα μέλος κάθε ζεύγους με όνομα μουτζωτό[133]. Κουλά ονόματα συνήθως, κοριτσίστικα λαϊκά. Σούλα, Νίτσα, Μαίρη, Αννέτα. Και μερικές, ξενικά. Τζέσυ, Λούσυ, Μαίρυλιν, Γκρέτα. Και λίγες, καλιαρντά ονόματα. Σαρμέλα, Πλακομουνού, Αφροδισία, Κουδουνίστρα. Σκέτο Λουγκριστάν. Οι πιο πολλοί, τη μέρα πηγαίνανε κανονικά στη δουλειά τους, παριστάνανε τις  αντρικές,  όμως το βράδυ αλλάζανε τελείως στυλ. «Τη μέρα παλικάρι, το βράδυ μαξιλάρι». Ή, Ντόκτορ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ. Όπως το πάρεις, όπως θέλεις πες το. Η Σαγιονάρα, μια φίλη μου, Καζαμπλάνκα[134], που είχε κάποτε ταξιδέψει στο Τόκιο, γιατί είχε αδερφή παντρεμένη και έμεινε δυο μήνες εκεί, γι’ αυτό τη φωνάζανε Σαγιονάρα ή Γιαπωνέζα, που τα μπέναβε πολύ λατσά, έλεγε το εξής, που είχε γίνει τσιτάτο : Όλοι οι πούστηδες, πούστηδες είναι. Όλοι το ίδιο. Όμως άλλο να’ σαι άντρας που αγαπάει απλώς τους άντρες, άλλο να’ σαι άντρας που γαμάει τους άντρες, άλλο να’ σαι άντρας που τον γαμάνε οι άντρες, άλλο να’ σαι αδερφούλα, άλλο να’ σαι αδερφή, άλλο καραδερφή, άλλο προϊσταμένη. Άλλο πούστης με πατέντα,  άλλο αρχοντόπουστας, άλλο φτωχόπουστας, άλλο κωλόπουστας, άλλο αγριόπουστας. Κι άλλο να’ σαι σαν αυτή τη βλογιοκομμένη τη Φαλκονέρα. Και έδειχνε προς το μέρος του Λάκη, δηλαδή της κακομοίρας της Φαλκονέρας, της άχαλης, της καρακουδούνας. Η εν λόγω ήταν μια πολύ μικρόσωμη, άσχημη και θεόχαζη αδερφή, που δεν είχε ταίρι. Κουλή, θεόκουλη. Και ήταν και πολύ κακιά, το χειρότερο. Και μονίμως άπαρτη, ακουράβελτη[135] η κατέ.
Ήρθανε οι άλλες, οι κατέ, απ’ το μαγαζί «Η ΠΕΘΕΡΑ» και μου το σφυρίξανε. Πιο μπροστά ο Αρίστος είχε ζευγαρώσει και με άλλες σορέλες. Η μια ζήλευε την άλλη, με το παραμικρό φαγώνονταν. Τα είχε, λέει, με την Αλέκα. Ε, και; Μπροστά μου δεν έπιανε χαρτωσιά. Ούτε οι υπόλοιπες χαζολούγκρες, καμιά δεν είχε την λατσοσύνη[136] τη δικιά μου.  Τα είχε μπλέξει με τη τζαζεμένη τη Δημητρούλα, την υψομετρού[137]. Και με τη Σαλώμη. Αυτή η Σαλώμη ήτανε καπάτσα, καλίγωνε τον ψύλλο. Τον διεκδικούσε. Ήταν τραβηχτικός ο μπαγλαμάς.


Ο Αρίστος είχε πολύ ωραία, βραχνή φωνή. Με την μπασαδούρα κάτι παθαίνω, μ’ αρέσει η μπάσα φωνή, η βραχνάδα της, το βάρος της, μου επιβάλλεται. Τους ρεμπέτες τους παλιούς τους πάω πολύ, καθόμουνα με τις ώρες και τους άκουγα. Λατσεύομαι μπουτ τα τουρκοσουσούμια[138]. Τον Παπαϊωάννου τον Γιάννη. Σα να μου κάνει μάθημα ο δάσκαλος. «Πέντε Έλληνες στον Άδη» όταν λέει, πεθαίνω. Ή το Μάρκο. Αυτές είναι οι φωνές των πατέρων μας. Οι άλλες, οι ψιλές, μου φαίνονται κάλπικες. Ίσως γιατί κι η δικιά μου είναι λεπτή, γυναικουλίστικη, δεν την κάνω επίτηδες, έτσι γεννήθηκα. Χάλια! Το αντίθετο από μας, εκείνο που μας λείπει, θαυμάζουμε. Πολύ γλυκομίλητος ο Αρίστος, γλυκόπιοτος. Έβαζα το χέρι μου μέσα στο χέρι του, ζεσταινόταν η ψυχή μου και έχυνα. Έχυνα, ξερόχυνα, ρε παιδί μου. Φχαριστιόταν η ψυχή μου. Αυτά τα μάτια του, τα μάτια του! Αθώο πλάσμα. Πολλές κουτουράντζες και τζασλοσύνες έκανε, όπως κάνουν όλα τα ζωηρά όμως αθώα παιδιά. Γρήγορα ξεκόλλησε. Γιατί; Γιατί ήταν ασταθής. Επί ξύλου κρεμάμενος. Όλα τα επαγγέλματα άλλαξε, γκαρσόνι, μάγειρας,  χτίστης, μπογιατζής, τσαγκάρης, παντοφλάς,  ηλεκτρολόγος, οικοδόμος, αχθοφόρος, χρυσοχόος, βοηθός στο γύρο του θανάτου.  Δεν έμενε πολύ σε κανένα. Όσο γρήγορα καψουρευόταν, τόσο  γρήγορα του περνούσε. Τον κυνηγούσαν, από παντού τον κυνηγούσαν. Ακόμη και τα φαντάσματα. Αχ, αυτή η καλιαρντοσύνη της εποχής!  Το φονικό του πατέρα του τον βασάνιζε, η φτώχεια τον κατέτρεχε, η ορφάνια τον τυραννούσε. Η γειτονιά του τον απόπαιρνε. Οι φίλοι του τον έριχναν. Ο κόσμος τον κουσέλευε. Οι χασικλήδες τον χρησιμοποιούσαν. Οι μπάτσοι τον παρακολουθούσαν. Η ψυχή του τον έτρωγε. Τον είχε στο μάτι ο άχαλος ο Μαυρονταβάς[139]. Στο γύρο του θανάτου δε δούλευε; Ε, αυτό ήταν η ζωή του. Ο γύρος του θανάτου ήτανε.
Μια Τσικνοπέμπτη, παραλίγο να χάσω τη ζωή μου. Στην «ΠΕΘΕΡΑ». Καθόμασταν με τον Αρίστο, οι δυο μας σ’  ένα τραπεζάκι και χαμουρευόμασταν. ΄Ητανε σε μιαν άλλη παρέα ένας παλιός αγαπητικός μου με κάτι  κολλητούς. Μου τα  ψιλοέπαιρνε αυτός παλιά, όταν ήμουνα μικρή, τζασλή. Ζήλεψε και τον Αρίστο μου και «τα πήρε». Σου λέει, θα χάσουμε το χρυσό αυγό. Μπορεί να μας ξανακάτσει. Μα εγώ τον είχα τζάσει πρόσφατα, δεν είχε απάνω μου δικαιώματα. Απότομα όρμησε πάνω στον Αρίστο, «θες να μου φας τη γυναίκα, το γυναικάκι είναι δικό μου, τσόγλανε». Γροθιές, κλοτσιές, του τις έβρεξε ο Αρίστος, έφαγε κι αυτός μερικές, έγινε σαματάς, μαζευτήκανε πολλοί για να τους χωρίσουν. Τον ντουπάρισε άγρια ο Αρίστος, τον μαζέψανε, χάλασε η καρδιά μου, δεν ήθελα στο μαγαζί να δίνω και αφορμές. Ηρεμήσαμε εν τέλει, ξανακαθίσαμε. Συνεχίσαμε την διασκέδασή μας.
Δεν πέρασε κανένα τέταρτο, βλέπω –καθόμουνα φάτσα στην είσοδο- αναμαλλιασμένο κάποιον, έμοιαζε τον αδερφό μου,  τον Άγη μας. Αγησίλαο τον λέγανε, του παππού μου τον τσιφλικά.   Ο αδερφός μου ο μεγάλος, αυτός ήταν, που μπούκαρε στο μαγαζί, πιωμένος, με άγριες διαθέσεις, θα μ’ έσφαζε. Είχα να τον δω χρόνια. Παρέμενε ένα γοητευτικό θηρίο, ένας ανήμερος θεός. Πώς μ’ ανακάλυψε! Απ’ την πιάτσα, λέω. Θα με ρουφιάνεψε καμιά δικιά μας, καμιά κουλή. Καμιά ακουράβελτη ή καμιά που βουέλει μουνόπασχα[140]. Με τις λούγκρες, δε βγάζεις άκρη. Δε σου φτάνεις που έγινες πούστης, μωρή παλιαδερφή, πρέπει να πας και στα χειρότερα, να γίνεις και ρουφιάνος; Και τώρα πώς θα την πουλέψουμε μέσα από κείνη την τρούπα, δεν είχανε τότε τα λαϊκά μαγαζιά έξοδο κινδύνου για πυρκαγιές και για ώρα ανάγκης. Μόλις είχε γίνει ο χαμός με τον Αρίστο, είχαμε ησυχάσει, πλάι πλάι καθόμασταν και τα πίναμε, τον χάιδευα και ζαχάρωνα. Ζούσα ένα λατσό όνειρο. Είχαμε σχεδιάσει να πάμε σε μια καβάντζα να τη βρούμε, είχα κονομήσει και δυο τσιγάρα από μιαν αδερφή, νταμίρα. Νταμίρα η Μακαρόνα, μπαινόβγαινε στη φυλακή. Μακαρόνα, γιατί ήτανε αδύνατη και λεπτή, ντερέκα, η κατέ, και ψηλιά, ένα κι ενενήντα και ολόισια, στέκα. Κάνω την πάπια και γυρίζω την πλάτη σαν να μην τρέχει τίποτα. Τραβάω για την κουζίνα, χώνομαι μέσα στη λάντζα να κάνω πως πλένω πιάτα, τον δικέλω, με ψάχνει, κάνω να κρυφτώ στο πατάρι. «Κάνε την κορόιδα», λέω στο μάγειρα. Με είχε κιαλάρει ο Άγης. Με αρπάζει απ’ το μαλλί και με σούρνει. Με βγάζει στη σέντρα, μέσα στον κόσμο, μπροστά στους πελάτες. «Μη Άγη, μη, αδερφάκι μου», τον παρακάλεσα ικετευτικά. Τι φταίγανε κι εκείνοι οι πελάτες να διαλύσουν το καρναβάλι τους; Τους τη χαλάσαμε μια, να τους τη χαλάσουμε και δεύτερη; Η οικογένεια μέχρι τέλους δε μου έδωσε άφεση αμαρτιών. Ο πατέρας μου, ποτέ, συχωρέθηκε και στον τάφο του πήγα να κλάψω κρυφά μέσα στα άγρια χαράματα, να μη με πάρει μάτι. Καλός ήταν ο άνθρωπος κατά βάθος μα τέτοια καμώματα που τους  έκανα, τέτοια χουνέρια! «Μωρή πουστάρα», να φωνάζει ο Άγης, «γίναμε βούκινο εξ αιτίας σου. Η μάνα μας τα τίναξε απ’ την ντροπή της. Γίνε άντρας, ρε. Θα σε σφάξω, παλιόπουστα». Έτρεχα γύρω γύρω απ’ τα τραπέζια  να γλιτώσω. «Το σόι μας είναι άντρες, γαμιάδες εκατό στα εκατό. Ο παπούς γαμούσε κι έδερνε στην Ανατολή. Πώς βγήκες εσύ τσακίστρα;». Οι συγγενείς μου όλοι ήτανε αντρούκλες απ’ τον καιρό των παππούδων μας. Με όλη τη σημασία της λέξεως. Ο πατέρας του πατέρα μου ήτανε πολυγαμικός τύπος, το νου τον είχε στην κουραβέλτα, τρεις οικογένειες είχε στην Ανατολή. Μια οικογένεια με τη γιαγιά μου, επίσημη και μια χήρα κρυφά, τι κρυφά, το ξέρανε όλοι στο Εσκί Σεχίρ. Χήρα γυναίκα, αμόλησε και δυο μούλικα του Αγησίλαου. Είχε και μια Τουρκάλα, λέγανε οι παλιοί στο μαχαλά μας, παστρικιά, της έκανε κάνα δυο κι αυτηνής. Νταής ήτανε, δε θα γλίτωνα απ’ τον Άγη. Από κάποια τραπέζια δυο τρεις σηκώθηκαν όρθιοι. Πλησίασε ένας κολόμβος[141], απ’ αυτούς που κάνανε τον αγαπητικό, τον πιπιλογατούλη[142] στις αδερφές. Κονομούσαν από κει. Είχανε κάθε συμφέρον να σταματήσουν τη φασαρία για να μην μπουκάρουν οι ρούνες. Έπεσε πάνω του η Σούμη,   η Πόντια φιλενάδα μου,   που ήταν  χεροδύναμη. Τύφλα να’ χουν οι ζόρικοι άντρες. «Καλέ, θα την πετσαχαλίσει[143] ατός[144]την κατέ τη Λολό», φώναξε και όρμηξε επάνω του. «Παλάωσεν ο σαπσάλ’ς[145]». Τον συγκράτησε κι ο Αρίστος, -εμένα είχανε μπει μπροστά μου, κάνανε ασπίδα και με κρύψανε-, τον τραβήξανε τον αδερφό μου έξω με απειλές και με φοβέρες οι άνθρωποι του μαγαζιού κι έτσι τη γλίτωσα.
Δεν είμαι, είπαμε, των δεσμών αλλά τέτοιο καρασεβντά σαν αυτόν του Αρίστου δεν είχα ξαναζήσει.  Απ’  αυτά τα παιδιά, τα σακάτικα, που τα πετάει  η ζωή στην άκρη σαν τα σπουργίτια στην ανεμοδούρα και δεν έχουν ποτέ στον ήλιο μοίρα, ε, απ’ αυτά τα παιδιά μπορεί κάτι να πάρεις.  Όχι απ’ τα χορτασμένα, τα σαλονίσια, τα φλωρίστικα! Πώς χάθηκε; Πώς να ζήσω πια χωρίς τα φλογισμένα μάτια του; Ο χωρισμός, καλέ, είναι μισός θάνατος. Δεν είμαι της κλαψομουνιάσεως αλλά βαλάντωσα στο λάκριμο[146], η  καψερή. Πού χάθηκε; Άνοιξε η γη και τον κατάπιε. 
Πέντε-έξι χρόνια αργότερα, όταν πια το αίσθημά μου είχε σβήσει, τότε ξανάμαθα γι’ αυτόν. Για την τύχη του την κουλή. Από πού;  Απ’ τις εφημερίδες. Τον παρουσιάζανε σαν τέρας της φύσεως. Ότι έκλεψε, βίασε και έσφαξε. Α, μπα, μπα, μπουτ σαντά[147]. Άλλος φταίει, κι άλλος πληρώνει. Τσακίστηκα. Δεν πίστεψα τίποτα. Τον είχα ζήσει τον άνθρωπο. Ένα τρακαρισμένο παιδί ήταν, ένα φοβισμένο ζωάκι. Τον αγαπούσα, τον αγαπούσα βαθιά. Τι καλά να ξανασμίγαμε! Να τον αποφυλάκιζαν και να τα βρίσκαμε πάλι. Τι λατσά που θα περνούσαμε! Μα ήταν πια πολύ αργά. Και για μένα και γι’ αυτόν. Και προπαντός γι’ αυτόν, που η μοίρα του τον έστειλε ίσια στην κόλαση. 
Ένα πρωί ξύπνησα απότομα. Χρόνια μετά τον θάνατό του. Τον είδα στο ύπνο μου. Έπαθα ζαλούζα[148]. Ήταν, λέει, καθισμένος στο κελί του την  τελευταία νύχτα πριν τον εκτελέσουν και συλλογιόταν: «Τον πατέρα μου τον έσφαξαν μπροστά μου. Κάποιος καπετάν Λεωνίδας. Δε θέλω να θυμάμαι. Από τότε φοβάμαι το αίμα. Και μια σταγόνα να δω, αναγουλιάζω και φεύγω. Τι θα μου κάνουν; Πως θ’ αντικρίσω το δικό μου αίμα να τρέχει σαν ποτάμι; Ή μήπως εκείνη την ώρα δεν καταλαβαίνεις τίποτα; Μπαμ και κάτω;  Η ώρα είναι τέσσερις. Σε δύο ώρες……..  Χειμώνας είναι. Έξω σφυρίζει ο Βαρδάρης. Ποιος να’ ναι ξάγρυπνος τέτοια ώρα; Τι ώρα έπλασε ο Θεός τον κόσμο; Οι νυχτοφύλακες, οι φαροφύλακες, οι σκοπιές στο στρατό, στο ναυτικό, στην αεροπορία. Στα σύνορα. Αυτοί που φυλάνε εργοστάσια, δικαστήρια, διοικητήρια. Οι νυχτερινοί στη δουλειά. Που κάνουνε βραδινή βάρδια. Οι φαροφύλακες. Αυτοί ξαγρυπνούν σαν και μένα.
Είχαμε πάει εκδρομή στο φάρο, στο Αγγελοχώρι. Στο Μεγάλο Καράμπουρνου. Όχι το Καραμπουρνάκι, στην Αρετσού. Εκεί στη μύτη, που φυλάει τον κόλπο τον Θερμαϊκό, εκεί είναι ο φάρος και δίπλα του είχανε χτίσει οι Γερμανοί πολυβολεία. Να φυλάνε τον τόπο. Λες κι ήτανε δικός τους.  Η παρέα ήταν ένας γείτονας με τα παιδιά του κι ένας άλλος με μας, τα αδέρφια μου, δηλαδή, φορτωμένα στη βέσπα, στην καλαθούνα. Είχαμε μαζί κεφτεδάκια, ψωμί, λεμονάδες. Πρωτομαγιά και μαζέψαμε μαργαρίτες, παπαρούνες. Η αδερφή μου έπλεξε στεφάνι. Οι μεγάλοι ψάρευαν στο γιαλό. Είχε, νομίζω, μια μικρή ιχθυόσκαλα κάτω. Το μέρος μου έκανε εντύπωση, γιατί πίσω απ’ τα πολυβολεία είχε χτισμένα οχυρώματα κι εμείς παίζαμε πόλεμο με ξύλα που τα κάναμε ντουφέκια. Ινδιάνοι και καουμπόηδες. Σουρούπωνε και ήρθε ο φαροφύλακας, «φύγετε», λέει,  «νυχτώνει και απαγορεύεται εδώ».  Είχε γενειάδα, τον παρόμοιασα με τον Αη-Βασίλη. «Είμαι νυχτερινός», είπε. «Ξέρετε τι πράμα είναι να φυλάς όλη νύχτα; Είναι ευθύνη. Είναι τσιβί» είπε. «Τι θα πει τσιβί;», ρωτήσαμε. «Τσιβί θα πει καρφί, σφίξιμο, ζόρι». Αυτοί φυλάνε, οι φάροι είναι ανοιχτοί τη νύχτα. Τα μπουρδέλα είναι κλειστά. Ένα – δυο διανυκτερεύουν για τους χαρμάνηδες. Φοβούνται κιόλας οι γυναίκες τη νύχτα. Τα πατσατζίδικα είναι ανοιχτά, η «ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΣ» ο «ΛΕΥΘΕΡΗΣ», ο «ΗΛΙΑΣ» στην Εγνατία. Στο Βαρδάρι, ένα μπουγατσατζίδικο, ένα περίπτερο. Κι ένα περίπτερο στο πάρκο. Οι φορτηγατζήδες που κουβαλάνε εμπορεύματα. Οι νταλικέρηδες για Σερβία. Οι καλόγεροι που έχουν αγρυπνία. Οι μοναχές. Τώρα καταλαβαίνω τον φαροφύλακα. Πόσος καιρός μου μένει ακόμα; Είναι τσιβί. Η μάνα μου, η κυρα Ελένη. Τ’ αδέρφια μου. Οι παλιοί μου φίλοι. Οι συγκρατούμενοι.  Είμαι αθώος. Κλείνω τα μάτια να μη σκέφτομαι τίποτα πια. Αν υπάρχει Θεός, θα τους τιμωρήσει. Εμένα έλαχε να με κόψει χέρι ανθρώπινο. Δεν είν’ αυτό το χέρι του Θεού».

(από το βιβλίο του Θωμά Κοροβίνη Ο ΓΥΡΟΣ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ πρώτη έκδοση Νοέμβρης 2010 -  εκδόσεις ΑΓΡΑ)

Γλωσσάρι: 
[1] θεόκουλη(καλιαρ.) : φρικτή, απαίσια
[2] άχαλος(καλιαρ.) : αποκρουστικός, απαίσιος
[3] λατσό(καλιαρ.) : ωραίο
[4] μπισκετάκι(καλιαρ.) : ωραίο αγοράκι
[5] τζασλότεκνο(καλιαρ.) : τρελόπαιδο
[6] τζινάβω (καλιαρ.) : καταλαβαίνω, εννοώ, πονηρεύομαι
[7] ντικοστός(καλιαρ.) : δάσκαλος
[8] μπενάβω (καλιαρ.) : μιλάω
[9] μπουτ(καλιαρ.) : πολύ
[10] ντουπάρω(καλιαρ.) : δέρνω
[11] γκιουζελίμ(τουρκ.) : όμορφό μου
[12] μπισκέτο (καλιαρ.) : ωραίο νεαρό παιδί
[13] μπινελίκι(καλιαρ.) : γλύκισμα -και- βρισιά
[14] μπινές(μαγκ.) : ενεργητικός και παθητικός μαζί ομοφυλόφιλος, από το τουρκ.     :ανεβαίνω, καβαλικεύω
[15] κατέ(καλιαρ.) : αυτός
[16] μαλαπέρδα(καλιαρ.) : το αντρικό πέος
[17] τζιναβωτός(καλιαρ.) : πονηρός, μπασμένος
[18] μπαλαμό(καλιαρ.) : μεσόκοπος παιδεραστής
[19] πουρός(καλιαρ.) : ηλικιωμένος, γέρος
[20] φλόκι(καλιαρ.) : σπέρμα, σπερματικό υγρό, χύσι
[21] μπουλκουμέ(καλιαρ.) : σπερματικό υγρό
[22] ξεφλοκάρω(καλιαρ.) : βγάζω τα φλόκια μου, χύνω
[23] καλιαρντός(καλιαρ.) : άσχημος, κακός, περίεργος
[24] μπαλός(καλιαρ.) : χοντρός
[25] πούλη(καλιαρ.) : πρωκτός
[26] θεολάτσα(καλιαρ.) : πανέμορφος
[27] μπερντέ(καλιαρ.) : το χρήμα
[28] μουτζοτός(καλιαρ.) : γυναικάς
[29] καυλομαξίλαρο(καλιαρ.) : μουνί
[30] Μουτζότοπος(καλιαρ.) : το Παρίσι, γιατί θεωρείται ότι είναι γεμάτο ωραίες γυναίκες και πόρνες
[31] σαρμούτα(καλιαρ.) : πουτάνα
[32] καρακαλτάκα(τουρκ.) : παλιοπουτάνα
[33] αντρουά(καλιαρ.) : αρσενικός
[34] καταλουμπίνα(καλιαρ.) : κίναιδος
[35] Τζιναβότοπος(καλιαρ.) και Αδερφοχώρι : το Λονδίνο
[36] Αδερφοχώρι(καλιαρ.) : το Λονδίνο, προφανώς λόγω του πλήθους των ομοφυλόφιλων
[37] σολότεκνο (καλιαρ) : εργένης, μπεκιάρης
[38] κρεμάλα(καλιαρ.) : γάμος
[39] μούτζα(καλιαρ.) : γυναίκα
[40] καππακάππας(καλιαρ.) : κουκουές, κομμουνιστής
[41] βακουλοπουρός(καλιαρ.) : παπάς
[42] καραλούγκρα(καλιαρ.) : αρχιπουστάρα
[43] λατσότεκνο(καλιαρ.) : ωραίο παιδί
[44] αβέλω κοντροσόλ(καλιαρ.) : φιλάω
[45] βγαίνουν τα σκατά στο μεϊντάνι(λαϊκή έκφρ.) : βγαίνουν τα άπλυτα στη φόρα
[46] πόπολο(καλιαρ.) : λαός
[47] κουσκουσεύω(λαϊκή εκφρ.- και- καλιαρ.): κουτσομπολεύω, κουσελεύω
[48] λουμπουνιά(καλιαρ.) : αδερφή
[49] ψωραδερφή(καλιαρ.) : λαϊκός κίναιδος
[50] φόλα(καλιαρ.) : κακάσχημη
[51] μπενάβω κουσέλες(καλιαρ.) : κουτσομπολεύω
[52] τζουρνεύω(καλιαρ.) : κλέβω
[53] λέτρα(καλιαρ. από το ιταλ.  lettera) : γράμμα, επιστολή
[54] βουέλω σπασίμπες(καλιαρ.) : λέω αντίο, φεύγω
[55] αντάμης (καλιαρ) : μάγκας, βαρύς άντρας
[56] αβέλω τζαστικό(καλιαρ) : διώχνω
[57] τζάω(καλιαρ.) : φεύγω, το σκάω, διώχνω, διαφεύγω
[58] βουέλω τζα(καλιαρ.) : παίρνω δρόμο
[59] σιχτίρ-πιλάφι(αργκ., από  το τουρκ.siktir +πιλάφι ):άγριο βρισίδι
[60] κηφηνότσαρδο(καλιαρ.) : μοναστήρι
[61] τζουρά(καλιαρ.) : ουρητήρια
[62] νάκα(καλιαρ.) : όχι, δεν
[63] μουσαντό(καλιαρ.) : ψέμα
[64] ζούρλα(καλιαρ.) : παλαβιάρα
[65] μιράκλι(καλιαρ.) : το θαύμα, από το ιταλ. miracolo
[66] σεβντοκατές(καλιαρ. από το τουρκ.sevda =+κατές) : λαϊκός τραγουδιστής
[67] λατσεύομαι (καλιαρ.): γουστάρω, μου αρέσει
[68] καημόκουτο(καλιαρ.) : μπουζούκι
[69] σεβντότεκνο(καλιαρ.από το τουρκ. sevda +τεκνό) : νεαρός λαϊκός τραγουδιστής
[70] λάτσα(καλιαρ.) : ομορφιά
[71] μόκολα(καλιαρ.) : σιωπή
[72] θεομπούκουρα(καλιαρ.) : υπέροχα, λαμπρά
[73] κουραβάλω(καλιαρ.) : γαμάω
[74] τρατάρης (καλιαρ. από το ιταλ trattare : κερνώ) : γκαρσόνι
[75] πουροζελέ (καλιαρ.) : γεροραμολιμέντο
[76] καυλομαγνήτης(καλιαρ.) : σεξουαλικό θέλγητρο
[77] πουρομαριονέτα(καλιαρ.) : γεροπαραλυμένος
[78] Άι εμ ιν δε άρμυ νάου : είμαι στο στρατό τώρα, τίτλος διάσημου αμερικανικού ροκ  τραγουδιού
[79] στρατόκαυλος(λαϊκή έκφρ.) : στρατιωτικός, μανιακός με το στρατό
[80] ιεχοβιάζω(καλιαρ. από το όνομα Ιεχοβά και την πρακτική των οπαδών της γνωστής αίρεσης{Ιεχοβάδες}
) : πετάω το όπλο
[81] τζασλοσύνη(καλιαρ.) : τρέλα
[82] δίνω τον πούλο(λαϊκή έκφρ.) : διώχνω
[83] τουρλολιγούρης(καλιαρ.) : κολομπαράς
[84] λιγδομπερντές(καλιαρ.) : άφραγκος, μπατίρης
[85] πρεζαντέ(καλιαρ.) : πιάτσα, τόπος, όπου συνήθως εμφανίζεσαι, από το γαλλικό( presenter)  : παρουσιάζω
[86] ντάνα(καλιαρ.) : πουτάνα
[87] λουμπίνα(καλιαρ.) : κίναιδος
[88] τσολαδερφή (λαϊκή έκφρ.) : αδερφή και τσόλι ταυτόχρονα
[89] κουασιμόντα(καλιαρ.) : καμπούρα, από τον μυθιστορηματικό Κουασιμόδο του Ουγκό
[90] μαντουάνα(καλιαρ.) : άσχημος ασήμαντος
[91] αβέλω ντανιά(καλιαρ.) : κάνω νάζια
[92] αρλεκίνι(καλιαρ.) : μπιχλιμπίδι, κρεματζούνι
[93] αρτίστ(καλιαρ.) : καλλιτέχνης
[94] μουτζαντίβαρα(καλιαρ. μουνί + αντίβαρο) : βυζιά, μουτζό
[95] νταλικέρ(υποκορ.) : νταλικέρης
[96] τουρκόσουπα(καλιαρ.) : καφές
[97] τσόλι(καλιαρ) : θρασύς νεαρός, τσόγλανος
[98] κουκουβάγια(καλιαρ.) : μυστικός αστυνομικός
[99] αμπενάβωτη(καλιαρ.) : μουγγή
[100] σαντά(καλιαρ.) : ψεύτικα
[101] καυλοκουνήματα(καλιαρ.) : παλινδρομικές κινήσεις επιβήτορος κατά την συνουσία
[102] μπενάβω ανθυγιεινά(καλιαρ.) : κουτσομπολεύω πολύ
[103] ο κατέ αβέλει μουσαντά(καλιαρ.) : αυτός λέει ψέμματα
[104] καραλάτσα(καλιαρ.) : πανέμορφος
[105] δικέλω(καλιαρ.) : βλέπω
[106] ντικ(καλιαρ.) : πρόσεχε
[108] μουράτω(καλιαρ.) : επιθυμητή, ποθητή, καυλιάρα, από το τουρκ.murat : επιθυμία
[109] ζορ ζορνά(λαϊκή έκφρ.) : με το ζόρι, με το στανιό
[110]μπιζ και τζαζ(καλιαρ.) : αστυνομία αμέσου δράσεως
[111] ρούνα(καλιαρ.) : αστυνομικός
[112] ρουνικό(καλιαρ.) : αμάξι της αστυνομίας
[113] πούλμαν(καλιαρ.) : κλούβα
[114] ταραγμάν-ταραχάν(καλιαρ.) : κακήν κακώς
[115] ντουπ(καλιαρ.) : ξυλοφόρτωμα
[116] κουραβάλιασμα(καλιαρ.) : συνουσία.
[117] κοραβέλτα(καλιαρ.) : γαμήσι
[118] μουσαντός(καλιαρ.) : ψεύτικος, πλαστός
[119] κατελάνος(καλιαρ). : σκληρός άντρας, σέρτικος, από το όνομα  των ξακουστών αιμοβόρων νταήδων Κατελάνων
[120] νταβελάκης(καλιαρ.) : ο κακούργος, από το όνομα του θρυλικού λήσταρχου Νταβέλη
[121] θεοκάλιαρντος(καλιαρ.) : ασχημότατος
[122] ντουπάρω(καλιαρ.) : ρίχνω ξύλο
[123] νάκα μπερντέ9καλιαρ.) : δεν υπάρχουν χρήματα
[124] με σικ οριεντάλ(καλιαρ.) : με μεγάλη ευγένεια, πολύ προσεκτικός
[125] τζιλβές(καλιαρ. από το τουρκ. cilve : ερωτοτροπία, ακκισμός) : πουτανιά
[126] λατσά τα μπενάβω(καλιαρ.) : τα λέω ωραία
[127] τσαΐρια(τουρκ. çayır) : λιβάδια, χωράφια, χορταρότοποι
[128] τζουτζουκλέρια(από το τουρκ. çocuk) : παιδιά
[129] νταμιρατζής(καλιαρ.) : χασικλής
[130] νταμίρα(καλιαρ.) : το χασίσι
[131] μπαγιόκο(αργκό) : χρήμα
[132] νταλκαρέτεκνο (καλιαρ.) : μόνιμος εραστής, από το μάγκικο νταλκάς, τουρκ . dalga+ τεκνό
[133] μουτζωτό (καλιαρ.) : γυναικείο
[134] Καζαμπλάνκα(καλιαρ.) : εγχειρισμένη
[135] ακουράβελτη(καλιαρ.) : αγάμητη
[136] λατσοσύνη(καλιαρ.) : ομορφιά
[137] υψομετρού(καλιαρ.) : αδερφή με καταγωγή από βουνίσιο χωριό
[138] τουρκοσουσούμι (καλιαρ.) : ρεμπέτικο τραγούδι
[139] Μαυρονταβάς(καλιαρ.) ο Χάρος
[140] βουέλω μουνόπασχα(καλιαρ.) : έχω έμμηνα
[141] κολόμβος(καλιαρ.) : κωλομπαράς
[142] πιπιλογατούλης(καλιαρ.) : τρυφερός εραστής
[143] πετσαχαλίζω(ποντ.) : πετσοκόβω
[144] ατός(ποντ.) : αυτός
[145] παλάωσεν η σαπσάλ’ ς(ποντ.) : παλάβωσε ο χαζός
[146] λάκριμο(καλιαρ.) : το δάκρυ, από το λατιν.  lacrimum, ιταλ. lacrima
[147] σαντά9καλιαρ.) : ψέμματα
[148] ζαλούζα9καλιαρ.): ζάλη

(Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Screw. Δεκέμβρης 2010) 

http://www.screwmag.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=119:qh---q&catid=30:2010-08-31-12-19-43&Itemid=58



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου